Style, Ομορφιά, Σχέσεις, Celebs
E-Radio Greece - The Hellenic Radio Portal

Οι πιο σπάνιες ελληνικές λέξεις που δεν θα ακούσεις ούτε θα πεις καθημερινά

Οι πιο σπάνιες ελληνικές λέξεις που δεν θα ακούσεις ούτε θα πεις καθημερινά

Καλό θα είναι όμως να τις εντάξεις στο λεξιλόγιο σου

Γράφει η ΝΕΛΗ ΣΤΑΘΑΚΙΔΟΥ
Δημοσίευση 29/1/2019 | 00:25

Η ελληνική γλώσσα φημίζεται για το πόσο πλούσια είναι και όμως σήμερα, ο κόσμος δεν γνωρίζει το πόσες εναλλακτικές έχει για αν πει το ίδιο πράγμα με διαφορετικούς τρόπους.

Παρακάτω θα διαβάσεις λέξεις που είναι οι σπανιότερες της ελληνικής γλώσσας και που δυστυχώς δεν ακούς, αλλά ούτε και χρησιμοποιείς καθημερινά. Ήρθε η ώρα να τις γνωρίσεις και να τις εντάξεις στην ομιλία και την γραφή σου, καθώς είναι υπέροχες.

Θα τις βρεις όλες με αλφαβητική σειρά. Καλή ανάγνωση!

-- Α --

αβυσσαλέος: (επίθ.) .
αγαστός: (επίθ.) .
αδυσώπητος: (επίθ.) .
ακόρεστος
αλεξιβρόχιο: ομπρέλα
αλτρουιστής: (ουσ. αρσ.) .
αλώβητος: (επίθ.) αυτός που δεν έχει πάθει φυσική ή ηθική ζημιά.
αμείλικτος: (επίθ.) .
αμετροέπεια: (ουσ. θηλ.) η έλλειψη μέτρου στα λόγια.
άμιλλα: () .
αμφίψωμο: (ουσ. ουδ.) το σάντουιτς, το τοστ.
ανδραγαθία
απεχθής: (ουσ. ουδ.) εχθρικός, μισητός, αποκρουστικός, αντιπαθητικός, απαίσιος, αποτροπιαστικός.
άτεγκτος: () .
ατόπημα: (ουσ. ουδ.) η ακατάλληλη για τις περιστάσεις και συνθήκες ενέργεια.
άφατος: (επίθ.) [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: στερ. α + φατός ‹ φημί = λέω, μιλώ] ανέκφραστος, απερίγραπτος: "άφατη χαρά".
αχλός: () .

-- Β --
βαυκαλίζω: (ρ.) καθησυχάζω κάποιον με ψεύτικες υποσχέσεις.
βρόχος: θηλιά. Στην Πληροφορική: επαναλαμβανόμενη υπό συνθήκες σειρά εντολών.
βρώση: κατανάλωση τροφίμου.
βυσσοδομώ: (ρ.) [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : βύσσος = βυθός + δομέω ή δομώ = χτίζω] (μτφ.) σχεδιάζω κρυφά κάτι κακό για κάποιον, σκευωρώ, στενοχωρώ συνώνυμα:μηχανορραφώ, ραδιουργώ.

-- Γ --
γαλουχώ: (ρ.) θηλάζω, βυζαίνω / (μτφ.) ανατρέφω, διαπαιδαγωγώ.
γονυπετής: (επίθ.) αυτός που πέφτει στα γόνατα συνώνυμα: γονατιστός.

-- Δ --
δανδής: (επίθ.) άντρας που ντύνεται και συμπεριφέρεται με εξεζητημένη κομψότητα.
δερματοστιξία: τατουάζ.
δημαγωγός: (ουσ. αρσ.) αυτός που αποκτά εμπιστοσύνη με απατηλά μέσα, δημοκόπος
διαπρύσιος: (επίθ.) αυτός που διακηρύσσει κάτι με ιδιαίτερη θέρμη, με ένταση και παλμό.
δύστοκος: (επιθ.) κυριολ.: που γεννά με δυσκολία
μεταφορ.: αυτός που δυσκολεύεται να παράξει σκέψη, συνώνυμο: βραδύνους (αργόστροφος)

-- Ε --
εγείρω:
ειμαρμένη:
εκμαυλίζω: (ρ.) .
ελλοχεύω: (ρ.) ενεδρεύω, παραμονεύω, στήνω καρτέρι.
εμφωλεύω: (ρ.) φωλιάζω, κουρνιάζω, (πληροφ.) ενσωματώνω υπορουτίνα σε ρουτίνα.
εμπάθεια: (ουσ. θηλ.) μοχθηρία, μίσος, έντονα αρνητικά συναισθήματα, εχθρότητα, πάθος εναντίον κάποιου.
εμπαιγμός: (ουσ.) το περίπαιγμα, ο χλευασμός / η εξαπάτηση, το παιχνίδισμα.
εναργής: (επίθ.)
ενδελεχής: (επίθ.) 1. αυτός που είναι συνεχής, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, ατελείωτος: "ενδελεχής αναζήτηση του δράστη" αντίθετα: στιγμιαίος. 2.(μτφ.) αυτός που γίνεται με αδιάκοπη και διαρκή επιμέλεια, ο επίμονος.
ενδόμυχος: (επίθ.) .
επαίσχυντος:
επάρατος:
επίνειο: (ουσ. ουδ.) πόλη ή οικισμός με λιμάνι ή όρμο που εξυπηρετεί μια πόλη (κυρίως μεσογειακή).
επίπλαστος: (επίθ.) ψεύτικος.
ευεπίφορος: (επίθ.) επιρρεπής.
ευημερία: (ουσ. θηλ.) ευπορία, ευζωία, καλοπέραση.
ευθαρσώς: (επίρ.) .
ευκαταφρόνητος: (επίθ.) 1. αυτός που είναι άξιος να καταφρονηθεί 2. (μτφ.) αυτός που δεν είναι υπολογίσιμος, ο τιποτένιος, ο ασήμαντος, ο αναξιόλογος.

-- Ζ --
ζοφερός: (επίθ.) σκοτεινός / (μτφ.) αυτός που εμπνέει φόβο, απαισιοδοξία, μελαγχολία.

-- Θ --
θαλερός: (επίθ.) φυλλώδης, ανθηρός, φυλλοφόρος.
θάλλος: (ουσ. ουδ.) νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι. φύλλωμα.
θεμιτός: () .
θωπεύω: (ρ.) χαϊδεύω, περιποιούμαι υπερβολικά / μτφ. κολακεύω, καλοπιάνω.

-- Ι --
ιλαρός: (επίθ.) χαρούμενος, φαιδρός, χαρωπός.
ιταμός: (επίθ.) αυθάδης, θρασύς, προκλητικός.

-- Κ --
καθέλκυση: (ουσ. θηλ.) .
καινοφανής: (επίθ.) υτός που εμφανίζεται για πρώτη φορά, ο πρωτοεμφανιζόμενος.
καιροφυλακτώ: (ρ.) περιμένω την κατάλληλη περίσταση για να κάνω κάτι, παραμονεύω, καραδοκώ.
καπηλεύομαι:
κατακερματισμός:
καταπίστευμα: (ουσ. ουδ.) αυτό που εμπιστεύεται κανείς σε κάποιον άλλο.
κατάφωρος: (επίθ.) ολοφάνερος, χειροπιαστός, οφθαλμοφανής.
κατηφής: (επίθ.) κατσούφης, σκυθρωπός.
κατηχούμενος: (μτχ.)
κίβδηλος: (επίθ.) ψεύτικος, πλαστός.
κόλαφος: (ουσ. αρσ.) .
κονιορτοποιώ: (ρ.) λιώνω, μετατρέπω κάτι σε σκόνη.
κωλησιεργώ: (ρ.) καθυστερώ την εκτέλεση ενός έργου.

-- Λ --
λεξιθηρία: (ουσ. θηλ.) η αναζήτηση σπάνιων λέξεων και εκφράσεων και η χρησιμοποίησή τους στον προφορικό ή γραπτό λόγο.
λίκνο: (ουσ. ουδ.) κούνια / κοιτίδα / ο τόπος όπου για πρώτη φορά γεννήθηκε ή αναπτύχθηκε κάτι.
λιποψυχώ: (ρ.) δειλιάζω, φοβάμαι.

-- Μ --
μαυσωλείο: () .
μειλίχιος: (επίθ.) ήπιος, πράος, καταδεκτικός, γαλίφης.
μέμφομαι: () .
μεμψιμοιρώ: (ρ.) παραπονιέμαι για τη μοίρα μου, μουρμουρίζω, γκρινιάζω.
μίασμα: (ουσ. ουδ.) απεχθές έγκλημα, ανοσιούργημα.
μνησίκακος: (επίθ.) αυτός που θυμάται το κακό που του έκαναν και από μίσος για το δράστη επιδιώκει να τον εκδικηθεί.
μομφή: (ουσ. θηλ.) επίπληξη, κατάκριση, κατηγορία.
μονολιθικός: (επίθ.) πνευματικά στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος, μονομερής
μυσταγωγία: () .

-- Ν --
νείρομαι: (ρ.) επιθυμώ πολύ, ονειρεύομαι, λαχταρώ.
νηπενθής: (.) .
νύξη: υπαινιγμός, υπονοούμενο.
νωχελικός: (επίθ.) ο νωθρός, αυτός που κινείται και δρα με αργό ρυθμό και οκνηρία.

-- Ο --
οδυρμός:
ουραγός: (ουσ. αρσ.) αυτός που ηγείται ή βρίσκεται στην οπισθοφυλακή / αυτός που βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις μιας βαθμολογικής κατάταξης / αυτός που απλώς ακολουθεί τους άλλους.
ουτοπία: (ουσ. θηλ.) το μη πραγματοποιήσιμο, φαντασιοκόπημα, χίμαιρα.

-- Π --
παιανίζω: () .
πακτωλός: () .
πανάκεια: (.) .
παρεισφρέω: (ρ.) εισβάλλω, διεισδύω, μπαίνω αυθαίρετα.
παχυλός: (επίθ.) 1. παχουλός 2. (μτφ.) α) αυτός που είναι περισσότερος από το κανονικό, ο υπερβολικός: "παχυλοί μισθοί", β) ο πλήρης, ο τέλειος. (σσ. συνήθως χρησιμοποιείται μεταφορικά).
πένης: (επίθ.) φτωχός.
πενία: (ουσ. θηλ.) Η στέρηση των αναγκαίων, η ανεπάρκεια και των στοιχειωδεστέρων πόρων για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης. η φτώχεια.
πενιχρός: (επίθ.) φτωχικός, λίγος, ανεπαρκής, ασήμαντος.
πολυσχιδής:
προπηλακίζω:
πτωχαλαζών / -όνας: (ουσ.) ο φτωχός με αλαζονική συμπεριφορά, ο ψωροπερήφανος

-- Ρ --
ρακένδυτος: (επίθ.) κουρελιασμένος, κουρελής.
ρηξικέλευθος: (επίθ.) < από το μεταγενέστερο ῥηξικέλευθος. Σύνθεση των λέξεων ῥήγνυμι, ανοίγω + κέλευθος, δρόμος. Αυτός που δημιουργεί πρόοδο ("ανοίγει νέους δρόμους") στην πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία κ.α..

-- Σ --
σκαπανέας: (ουσ. αρσ.) πρωτοπόρος, καινοτόμος, ρηξικέλευθος
σταχυολογώ: (ρ.) μαζεύω στάχυα / (μτφ.) διαλέγω, απανθίζω. (σσ. συνήθως χρησιμοποιείται μεταφορικά).
συνδαιτυμόνας: (ουσ. αρσ.) αυτός που δειπνεί με άλλο άτομο.

-- Τ --
ταλανίζω: (ρ.) .
ταχυφαγείο: (ουσ. ουδ.) εστιατόριο γρήγορης εξυπηρέτησης, fast food.
τιμαλφής: (επίθ.) πολύτιμος, πανάκριβος, βαρύτιμος.
τραγέλαφος: () .
τροχοπέδη: (ουσ. θηλ.) (για οχήματα) φρένο / μτφ: εμπόδιο, κώλυμα.
τρυφηλός

-- Υ --
υπεισέρχομαι: (ρ.) μπαίνω λαθραία, εισδύω κάπου επιτήδεια.
υποθάλπω: (ρ.) .
υπονομεύω: (ρ.) .
υποσκάπτω: (ρ.) .
υποσκελίζω: (ρ.)
υποτροπιάζω: (ρ.) (για αρρώστια) εμφανίζομαι πάλι, ξανακυλώ.
υφέρπων /-ουσα /-ον: (επίθ.) αυτός που σέρνεται κάτω από κάτι. Μεταφορικά, αναφερόμαστε σε υφέρπουσα νόσο (που κρύβεται κάτω από μη προφανή συμ;τώματα) ή και σε υφέρποντα νοήματα (υπονοούμενα).

-- Φ --
φαλκιδεύω: (ρ.)
φείδομαι: (ρ.) εξοικονομώ, τσιγκουνεύομαι, στερώ.
φειδωλός: (επίθ.) οικονομικός, αυτός που μιλά ή προσφέρει ή γενικότερα ενεργεί με φειδώ, με σύνεση, με οικονομία
φενάκη: (ουσ. θηλ.) περούκα / μτφ: το ψέμα που λέγεται για εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η εσκεμμένη απάτη.
φυλλορροώ: (ρ.) μαδώ, ρίχνω τα φύλλα μου / μτφ: καταπέφτω, εξασθενώ, εξαντλούμαι.
φυσιοδίφης: (ουσ. αρσ.) αυτός που ερευνά τη φύση, ο επιστήμονας που ασχολείται με τη μελέτη των φυτών, των ζώων και των ορυκτών.
φωταψία:

-- Χ --
χειραφέτηση: (ουσ. θηλ.) η απαλλαγή από την κηδεμονία, εξουσία ή επιρροή κάποιου.
χίμαιρα: (ουσ. θηλ.) βλ. ουτοπία.

-- Ψ --
ψήγμα: (ουσ. ουδ.) τρίμμα, λεπτό κομμάτι μετάλλου, ελάχιστη ποσότητα.

FOLLOW US @EDAILYGR Ακολουθήστε μας και στο Instagram

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Ο κιθαρίστας των Nirvana που τα έκανε κυριολεκτικά όλα

Σήμερα

Μια γεμάτη ζωή που ακόμα έχει πολλά μπροστά της

Η γηραιότερη φωτογράφος της Ιαπωνίας συνεχίζει να δουλεύει στα 105

Σήμερα

Και να συναρπάζει τον πλανήτη με τα έργα της

Όταν η Βόρεια Κορέα έκανε τους Ιταλούς να πετάξουν ντομάτες

Σήμερα

Μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου

Τι απέγιναν οι συγγενείς του Χίτλερ

Σήμερα

Η απίστευτη απόφαση που πήραν

Ο επικίνδυνος τρόπος που όλοι φορτίζουμε το κινητό μας

Χτες

Η συσκευή σου δε θα πάθει τίποτα, αλλά τα δεδομένα σου μπορεί να κλαπούν

Σαν σήμερα: Η κατάργηση της ποτοαπαγόρευσης

Χτες

Ένα μέτρο που έκανε μεγαλύτερο κακό παρά καλό

Στέφθηκε βασίλισσα της ομορφιάς όμως της πήραν πίσω το στέμμα γιατί είχε παιδί

Χτες

Η 24χρονη καλλονή πολεμά νομικά τον διαγωνισμό ομορφιάς και ζητά πίσω τον τίτλο της

Πως αντιμετώπιζε την ποpνεία το κράτος στις αρχές του προηγούμενου αιώνα

Χτες

Πως έπεφταν στα δίχτυα των «αγαπητικών» τα νεαρά κορίτσια

Ο σεφ που έκανε μόδα στον Καναδά την ελληνική κουζίνα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Χτες

Μιλάμε με τον Peter Minaki, τον σεφ, συγγραφέα και food expert

×
E-Daily.gr Τα νέα της ημέρας και ό,τι σου κάνει κλικ!      Επειδή η ζωή έχει τη δική της ατζέντα!

The Hellenic Radio Portal - 18 χρόνια
Live Oλα τα Ελληνικά Ραδιόφωνα Online!
500+ Ελληνικοί Σταθμοί εδώ!
Ακούστε ζωντανά, online ελληνικές επιτυχίες, λαϊκά, ξένα hits, dance,
ειδήσεις, αθλητικά από τα καλύτερα internet radio.