Η ορμόνη της χαράς που κινεί το σώμα και το μυαλό
Το μυστικό στοιχείο που ρυθμίζει διάθεση

Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Η σεροτονίνη είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή «ορμόνη της χαράς». Πρόκειται για έναν νευροδιαβιβαστή που λειτουργεί και ως ορμόνη, μεταφέροντας μηνύματα ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα και επηρεάζοντας ένα εντυπωσιακά μεγάλο φάσμα λειτουργιών του οργανισμού.
Παράγεται κυρίως στον εγκέφαλο και στο έντερο, με πρώτη ύλη το αμινοξύ τρυπτοφάνη. Εντοπίζεται επίσης στα αιμοπετάλια και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η δράση της δεν περιορίζεται στη διάθεση. Αγγίζει σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινής μας λειτουργίας.
Η σεροτονίνη είναι γνωστή κυρίως για τον ρόλο της στη ρύθμιση του άγχους και στη διατήρηση μιας σταθερής, θετικής ψυχολογικής κατάστασης. Όταν τα επίπεδά της είναι επαρκή, συνδέονται με αίσθημα χαράς, εσωτερική ηρεμία και καλύτερη συγκέντρωση.
Όταν όμως μειώνονται, η εικόνα αλλάζει. Χαμηλή σεροτονίνη έχει συσχετιστεί με κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές και γενικότερη ψυχική αστάθεια, αν και ο ακριβής μηχανισμός δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί.
Αυτό που συχνά αγνοούμε είναι ότι η δράση της εκτείνεται πολύ πέρα από την ψυχολογία.

freepik
Στον ύπνο, για παράδειγμα, συμμετέχει στην παραγωγή μελατονίνης και στη ρύθμιση του κιρκάδιου ρυθμού. Χωρίς αυτήν, το βιολογικό μας ρολόι αποσυντονίζεται.
Στην επούλωση των πληγών, βοηθά στην πήξη του αίματος και επιταχύνει την αποκατάσταση των ιστών.
Στο πεπτικό σύστημα, ρυθμίζει την κινητικότητα του εντέρου και προστατεύει τον γαστρεντερικό σωλήνα. Παράλληλα, ενεργοποιεί τη ναυτία και τον εμετό όταν καταναλώσουμε κάτι χαλασμένο ή τοξικό – ένας αμυντικός μηχανισμός ζωτικής σημασίας.
Στο βάρος και τον μεταβολισμό, μειώνει την όρεξη, συμβάλλει στη ρύθμιση της γλυκόζης και φαίνεται να δρα προστατευτικά απέναντι στην παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο.
Στη σeξουαλική υγεία, επηρεάζει την ερωτική επιθυμία. Εδώ όμως χρειάζεται ισορροπία, αφού υπερβολικά υψηλά επίπεδα μπορεί να συνδεθούν με χαμηλό λίμπιντο.
Οι νεότερες έρευνες αποκαλύπτουν και ανοσορρυθμιστική, αντιφλεγμονώδη δράση. Η σεροτονίνη φαίνεται να παίζει ρόλο σε παθήσεις όπως η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, το αλλεργικό άσθμα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ακόμη και σε νευρολογικές καταστάσεις.
Παράλληλα, εμπλέκεται στη μνήμη, στην οστική υγεία, στην υγεία των ματιών και του καρδιαγγειακού συστήματος.
Τα επίπεδά της επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες. Τρόπος ζωής, διατροφή, άγχος, ύπνος, αλλά και το προσωπικό και κληρονομικό ιστορικό παίζουν ρόλο. Ακόμη και η μέθοδος μέτρησης έχει σημασία.
Η χαμηλή σεροτονίνη μπορεί να οφείλεται είτε σε μειωμένη παραγωγή είτε σε αδυναμία του οργανισμού να τη χρησιμοποιήσει σωστά. Και τότε, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ψυχικό.












