Δημογραφικό: Οι γεννήσεις έπεσαν 42% σε 15 χρόνια ‑ Έξι νομοί «σβήνουν» πληθυσμιακά
Ο καθηγητής Βύρων Κοτζαμάνης εξηγεί στο ΙΔΕΜ γιατί ο τουρισμός κρατά ζωντανούς ορισμένους νομούς, ενώ η ηπειρωτική Ελλάδα αδειάζει.

Δημοσίευση 21/9/2026 | 19:06
Το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) καταγράφει κατάρρευση των γεννήσεων στην Ελλάδα κατά 42% μεταξύ 2009 και 2024, με έξι νομούς της ηπειρωτικής χώρας να χάνουν πάνω από το μισό του πληθυσμού τους, ενώ νησιωτικές περιοχές με τουριστική ανάπτυξη αντιστέκονται στη δημογραφική συρρίκνωση.
Κατάρρευση των γεννήσεων στην Ελλάδα και οξυμένο δημογραφικό πρόβλημα σε πολλούς νομούς την περίοδο 2009-2024 αποκαλύπτει ανάλυση στοιχείων που παρουσιάζει το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ). Σύμφωνα με την έρευνα, οι γεννήσεις στη χώρα από 117.000 το 2009 έπεσαν στις 68.000 το 2024, καταγράφοντας μείωση 42% μέσα σε 15 χρόνια.
Το Ινστιτούτο αποδίδει την πτώση στην ταχεία μείωση της γονιμότητας των γενεών που γεννήθηκαν μετά το 1960, σε συνδυασμό με τη συνεχή μετατόπιση προς τα πάνω της μέσης ηλικίας απόκτησης παιδιών. Ρόλο έπαιξε επίσης η μαζική μετανάστευση νέων ανθρώπων παραγωγικής και αναπαραγωγικής ηλικίας μετά το 2010, που επιτάχυνε τη μείωση του πλήθους γυναικών 25-44 ετών.

John Tasoulas / Pexels
Δημογραφικό: Πότε ξεκίνησε η συρρίκνωση των γεννήσεων στην Ελλάδα;
Όπως επισημαίνεται στη δημοσίευση του ΙΔΕΜ, οι σημαντικές αλλαγές στη γεννητικότητα ξεκίνησαν ήδη μετά το 1950. Οι γεννήσεις από 148.000 κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίστηκαν σε 67.000 το 2024-25, με τη μέση ηλικία απόκτησης παιδιών να αυξάνεται από τα 26,2 στα 32,2 έτη.
Παράλληλα μειώθηκε και ο αριθμός των παιδιών ανά γυναίκα: όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '50 απέκτησαν κατά μέσο όρο 2,0 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 απέκτησαν λιγότερα από 1,5.
Ποιοι νομοί χάνουν περισσότερο πληθυσμό;
Εξετάζοντας τις μεταβολές των γεννήσεων ανά νομό για την περίοδο 2009-2024, το ΙΔΕΜ εντοπίζει έντονες διαφοροποιήσεις. Ενώ η μέση μείωση γεννήσεων στη χώρα ήταν 42%, σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας -Γρεβενά, Ευρυτανία, Θεσπρωτία, Κοζάνη, Φθιώτιδα και Φλώρινα- η μείωση ξεπέρασε το 50%, ενώ σε άλλους δέκα κυμάνθηκε από 45% έως 50%.
Στον αντίποδα, σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση των γεννήσεων ήταν μικρότερη του 30%, με τις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο να καταγράφουν πτώση μικρότερη ακόμη και από 15%. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο) είχαν την περίοδο αυτή περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
Αντίθετα, 17 νομοί της ηπειρωτικής Ελλάδας κατέγραψαν από 175 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις, με εννέα από αυτούς -Τρίκαλα, Αρκαδία, Κιλκίς, Καρδίτσα, Άρτα, Ευρυτανία, Φωκίδα, Γρεβενά και Σέρρες- να έχουν υπερδιπλάσιους θανάτους σε σχέση με τις γεννήσεις.
Γιατί ορισμένοι νομοί συγκρατούν τον πληθυσμό τους;
Ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής ερευνών του ΙΔΕΜ, Βύρων Κοτζαμάνης, εξήγησε στο Reader.gr την ανισομέρεια που καταγράφεται στη δημογραφική εξέλιξη της χώρας. Όπως ανέφερε, οι νομοί που κατάφεραν να συγκρατήσουν τον πληθυσμό τους «παρουσιάζουν τουριστική ανάπτυξη και κατάφεραν να κρατήσουν τους νέους, προσελκύοντας και άλλους νέους, είτε από την Ελλάδα είτε από το εξωτερικό».
Αντίθετα, «ένα μεγάλο κομμάτι της ηπειρωτικής Ελλάδας και κυρίως ορεινοί και ημιορεινοί νομοί, έχασαν τον πληθυσμό τους τις τελευταίες δεκαετίες», κάτι που οφείλεται στον συνδυασμό εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης, παράλληλα με την υποβάθμιση του πρωτογενούς τομέα, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη.
Ο ίδιος επισήμανε τρία επιπλέον χαρακτηριστικά των νομών με τουριστική ανάπτυξη: έχουν υψηλά εισοδήματα λόγω της δραστηριότητας αυτής, οι πόλεις και οι δήμοι τους είναι μικρού μεγέθους χωρίς τις πιέσεις των μεγάλων αστικών κέντρων, και προσαρμόστηκαν ταχύτερα στο κόστος εκπαίδευσης, καθώς ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων προτιμά τα παιδιά να μπαίνουν νωρίτερα στην αγορά εργασίας του τουρισμού, χωρίς μακρόχρονες σπουδές.












