ΔΕΥΤΕΡΑ 5 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Η ανεξάρτητη επιτροπή καταλόγισε στον σύλλογο εικονικές χορηγίες και υπέρβαση των ορίων δαπανών Premier League και UEFA, ενώ η ποινή εκκρεμεί και η Σίτι έχει ήδη προσφύγει.

Η Μάντσεστερ Σίτι κρίθηκε ένοχη για όλες τις σοβαρές οικονομικές παραβάσεις που εξετάστηκαν, σύμφωνα με την Premier League. Η ετυμηγορία ήρθε σχεδόν 17 χρόνια μετά τις πρώτες παραβάσεις και αναδεικνύει τα όρια του συστήματος ελέγχου στο ποδόσφαιρο.
Η υπόθεση της Μάντσεστερ Σίτι ξεπερνά πλέον τα όρια ενός συλλόγου και των παραβάσεων που του αποδίδονται. Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η Premier League στις 29 Σεπτεμβρίου, ανεξάρτητη επιτροπή έκρινε τη Σίτι ένοχη για όλες τις σοβαρές παραβάσεις των οικονομικών κανονισμών που εξετάστηκαν, καθώς και για τις περισσότερες κατηγορίες που αφορούσαν τη μη συνεργασία της στην έρευνα. Η ποινή δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί και ο σύλλογος έχει ήδη προσφύγει κατά της απόφασης.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, έχει μετατοπιστεί: δεν αφορά πλέον μόνο το αν παραβιάστηκαν οι κανόνες, αλλά το κατά πόσο λειτουργεί αποτελεσματικά ο μηχανισμός που έχει αναλάβει να τους επιβάλλει. Η υπόθεση αναδεικνύει τρεις μεγάλες αδυναμίες: τον χρόνο που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί ο έλεγχος, τα περιορισμένα ερευνητικά μέσα μιας λίγκας και τη σύγκρουση συμφερόντων μιας διοργάνωσης που είναι ταυτόχρονα ελεγκτής και οικονομικά ωφελούμενη από την επιτυχία των συλλόγων της.
Οι επίμαχες υποθέσεις εκτείνονται από τη σεζόν 2009-10 έως και την περίοδο 2017-18. Η επιτροπή κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι ο σύλλογος χρησιμοποίησε εικονικές συμφωνίες με χορηγούς για να εμφανίσει αυξημένα έσοδα και παρουσίασε οικονομικά στοιχεία που δεν αποτύπωναν την πραγματική του κατάσταση.
Παράλληλα, σύμφωνα με την απόφαση, η Σίτι υπερέβη σημαντικά τα επιτρεπόμενα όρια δαπανών της Premier League και της UEFA.
Από τις πρώτες παραβάσεις μέχρι την έκδοση της απόφασης μεσολάβησαν σχεδόν 17 χρόνια. Μια τιμωρία που επιβάλλεται σχεδόν μία γενιά αργότερα δεν μπορεί να αποκαταστήσει πλήρως τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη ο ανταγωνισμός. Ένας τίτλος μπορεί να αφαιρεθεί εκ των υστέρων, όχι όμως και τα οφέλη που συσσωρεύτηκαν στο μεταξύ: μεταγραφές, χρηματικά έπαθλα, εμπορικές συμφωνίες, αύξηση της δημοφιλίας και διεύρυνση της βάσης των φιλάθλων.
Το 2020, άλλωστε, το CAS είχε κρίνει ότι μέρος των υποθέσεων που εξέταζε η UEFA είχε παραγραφεί. Εκείνη η απόφαση ανέδειξε μια κρίσιμη πραγματικότητα: όσο περισσότερο καθυστερεί ο έλεγχος, τόσο περισσότερο ο χρόνος λειτουργεί υπέρ εκείνου που κατηγορείται ότι παραβίασε τους κανόνες.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά τα μέσα που διαθέτουν οι ποδοσφαιρικές αρχές για να διεξάγουν μια έρευνα. Μια λίγκα αποτελεί ένωση ιδιωτικού δικαίου. Δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει διακομιστές, να απαιτήσει τραπεζικά στοιχεία ή να υποχρεώσει τρίτους εκτός της δικαιοδοσίας της να καταθέσουν.
Στην πράξη, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έγγραφα και τις πληροφορίες που θα παραδώσει ο ίδιος ο ελεγχόμενος. Όταν απέναντί της βρίσκονται περίπλοκες ιδιοκτησιακές δομές με διεθνείς διασυνδέσεις και ακόμη και κρατική υποστήριξη, η ανισορροπία δυνάμεων γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να καλυφθεί.
Υπάρχει όμως και ένα τρίτο, δομικό πρόβλημα. Η Premier League βρίσκεται ταυτόχρονα στη θέση του ελεγκτή και του οργανισμού που έχει οικονομικό συμφέρον από την επιτυχία των συλλόγων της. Μπορεί η τελική κρίση και η επιβολή της ποινής να ανήκουν σε ανεξάρτητη επιτροπή, όμως η ίδια η λίγκα αποφασίζει αν θα ξεκινήσει έρευνα, πότε θα απαγγείλει κατηγορίες και πόσους πόρους θα διαθέσει.
Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπεται ότι αφετηρία της υπόθεσης αποτέλεσαν οι αποκαλύψεις των Football Leaks και όχι οι εσωτερικοί μηχανισμοί ελέγχου της διοργάνωσης.
Τώρα η Premier League καλείται να διαχειριστεί την τιμωρία ενός συλλόγου που συμβάλλει σημαντικά στην εμπορική αξία και στα τηλεοπτικά δικαιώματα του πρωταθλήματος, έχοντας παράλληλα απέναντί της τους υπόλοιπους 19 μετόχους. Ορισμένοι από αυτούς έχουν ήδη διατηρήσει το δικαίωμα να διεκδικήσουν αποζημιώσεις.
Το ισπανικό μοντέλο προσφέρει ένα ενδιαφέρον σημείο σύγκρισης. Η LaLiga εφαρμόζει προληπτικό οικονομικό έλεγχο, καθορίζοντας για κάθε ομάδα συγκεκριμένο όριο στο κόστος του ρόστερ με βάση τα έσοδά της. Αν ένας σύλλογος υπερβεί το επιτρεπόμενο πλαίσιο, δεν μπορεί να εγγράψει νέους ποδοσφαιριστές.
Το σύστημα έχει δεχθεί κριτική για την αυστηρότητά του, ενώ συζήτηση έχει προκαλέσει και η αξιοποίηση των λεγόμενων οικονομικών «μοχλών». Ωστόσο, συνέβαλε στον περιορισμό φαινομένων αφερεγγυότητας και καθυστερήσεων στις πληρωμές ποδοσφαιριστών που ήταν συχνότερα πριν από μία δεκαετία.
Κυρίως, επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα πριν δημιουργηθεί: η μη εγκεκριμένη δαπάνη εμποδίζεται προτού πραγματοποιηθεί, αντί να αναζητείται χρόνια αργότερα ο τρόπος τιμωρίας της.
Για οποιαδήποτε διοργάνωση είναι δύσκολο να στραφεί εναντίον ενός από τα σημαντικότερα εμπορικά περιουσιακά στοιχεία της. Μια βαριά ποινή σε μεγάλο σύλλογο δεν πλήττει μόνο τον ίδιο, αλλά μπορεί να επηρεάσει την εικόνα, την εμπορικότητα και τα έσοδα ολόκληρου του πρωταθλήματος.
Η Ιταλία το διαπίστωσε με το Calciopoli, μια υπόθεση που αποκαλύφθηκε μέσω δικαστικών παρακολουθήσεων και από την οποία το ιταλικό ποδόσφαιρο χρειάστηκε χρόνια για να ανακάμψει. Στην Ισπανία, η υπόθεση Νεγκρέιρα (Negreira) ανέδειξε με διαφορετικό τρόπο τα όρια της αθλητικής δικαιοσύνης: η πιθανή αθλητική παράβαση είχε παραγραφεί και η υπόθεση μεταφέρθηκε τελικά στα τακτικά δικαστήρια.
Όλα αυτά ενισχύουν την τάση για μεγαλύτερη εμπλοκή της κανονικής έννομης τάξης στην εποπτεία του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Το Ηνωμένο Βασίλειο έκανε ήδη ένα σημαντικό βήμα, εγκρίνοντας το 2025 τη δημιουργία ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής με θεσμοθετημένες εξουσίες.
Η εξέλιξη αυτή ήρθε παρά τις παραδοσιακές ενστάσεις περί κρατικής παρέμβασης που έχουν διατυπώσει FIFA και UEFA. Μόνο που και οι ίδιες βρίσκονται αντιμέτωπες με την ίδια θεμελιώδη αντίφαση: είναι ταυτόχρονα ρυθμιστές και άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη του συστήματος που καλούνται να εποπτεύσουν. Και είναι εξαιρετικά δύσκολο να εγγυηθεί κάποιος τη δίκαιη διαιτησία ενός αγώνα στον οποίο συμμετέχει και ο ίδιος.
Για χρόνια, το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο ανέβαλλε τη σύγκρουση με τους ισχυρότερους συλλόγους του. Η υπόθεση της Μάντσεστερ Σίτι δείχνει πλέον πόσο υψηλό μπορεί να είναι το τίμημα αυτής της καθυστέρησης. Αν το ποδόσφαιρο θέλει να αποτρέψει ανάλογες καταστάσεις στο μέλλον, δεν αρκεί να αυξήσει τις ποινές. Χρειάζεται ταχύτερους ελέγχους, πραγματικά ανεξάρτητους μηχανισμούς εποπτείας και αρχές με τις απαραίτητες εξουσίες ώστε οι κανόνες να εφαρμόζονται όταν έχει ακόμη σημασία.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα τιμωρηθεί η Μάντσεστερ Σίτι. Είναι ποιος θα ελέγχει στο εξής εκείνους που έχουν αποκτήσει τόσο μεγάλη οικονομική δύναμη, ώστε οι ίδιοι οι θεσμοί του ποδοσφαίρου να δυσκολεύονται να τους ελέγξουν.
Σε βάθος ρεπορτάζ, συνεντεύξεις και longreads. Ιστορίες με οπτική και τους ανθρώπους πίσω από τα γεγονότα, στο e-radio.gr.
Τα θέματα που ξεχώρισε σήμερα η ομάδα του E-Daily.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
STORIES
ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
STORIES
STORIES
ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
TV ΣΕΙΡΕΣ
ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ