Ιρανοί παρακρατικοί ντύνονται γυναίκες για να κρυφτούν από τα ισραηλινά drone
Ιρανοί αξιωματούχοι ντύνονται με τσαντόρ και γυναικεία ρούχα για να γλιτώσουν από τα ισραηλινά drone, με τον αρχηγό της Μπασίτζ στην Τεχεράνη να κρύβεται πίσω από το ίδιο σύμβολο καταπίεσης των Ιρανών γυναικών

Δημοσίευση 6/3/2026 | 18:05
Τον Νοέμβριο του 1998, η Βάσω Παπανδρέου προσγειωνόταν στην Τεχεράνη ως υπουργός Ανάπτυξης, έχοντας ήδη κερδίσει μια μικρή, αλλά βαθιά συμβολική «μάχη» με το θεοκρατικό καθεστώς: αρνήθηκε κατηγορηματικά να φορέσει μαντίλα, επιβάλλοντας μετά από διαπραγμάτευση 15 ημερών με την ιρανική πρεσβεία στην Αθήνα το δικαίωμα να εισέλθει στη χώρα με δυτική ενδυμασία, κάτι που μέχρι τότε, όπως αφηγείται ο Παναγιώτης Λούσκος, είχε δοθεί σε ξένη επισκέπτρια για πρώτη φορά.
Η εικόνα κορυφώθηκε στην αναχώρηση: τέσσερις πάνοπλες φρουροί της Επανάστασης, που επί δέκα ημέρες κάλυπταν διαρκώς το πρόσωπό τους, έβγαλαν τις μαντίλες μέσα στο κυβερνητικό αεροσκάφος, αποκαλύπτοντας ότι ήταν γυναίκες, αγκάλιασαν τη Βάσω Παπανδρέου και ξέσπασαν σε λυγμούς, λέγοντάς της πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτές ότι μια ξένη γυναίκα «έσπασε» τους κανόνες του καθεστώτος και μπήκε στη χώρα χωρίς να υποταχθεί στο υποχρεωτικό κάλυμμα.
Σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, το ίδιο καθεστώς που απαιτεί από τις Ιρανές να καλύπτουν τα μαλλιά και το πρόσωπό τους, φτάνει στο σημείο να βλέπει τους δικούς του ανώτατους αξιωματούχους να κρύβονται κάτω από γυναικεία ρούχα, όχι για να αμφισβητήσουν την καταπίεση, αλλά για να γλιτώσουν από τα ισραηλινά drone.
Αυτό αποτυπώνουν φωτογραφίες, όπου φαίνονται Ιρανοί αξιωματούχοι να κινούνται μέσα στην πόλη ντυμένοι με γυναικεία ρούχα, προκειμένου να αποφύγουν τον εντοπισμό από εναέρια μέσα παρακολούθησης.

Ο άνδρας στα αριστερά της εικόνας μοιάζει να είναι ο Γιασέρ Λοφούτι, ανώτερος διοικητής της Μπασίτζ στην Τεχεράνη, δηλαδή της παραστρατιωτικής δύναμης καταστολής που λειτουργεί ως ένας από τους βασικούς βραχίονες του ιρανικού παρακράτους ασφαλείας.
Η αντίθεση είναι εκκωφαντική: εκεί όπου κάποτε γυναίκες-φρουροί της Επανάστασης πετούσαν τις μαντίλες τους σε μια ιδιωτική, σχεδόν υπόγεια χειρονομία αξιοπρέπειας προς μια Ελληνίδα υπουργό, σήμερα οι άνδρες επικεφαλής της ίδιας μηχανής καταστολής κρύβονται κάτω από μαντίλες και γυναικεία υφάσματα για να σώσουν τη ζωή τους, μετατρέποντας το ίδιο σύμβολο ελέγχου των Ιρανών γυναικών σε αυτοσχέδια στολή διαφυγής.
Για τον Γιασέρ Λοφούτι, οι πληροφορίες είναι εξαιρετικά περιορισμένες: οι αναφορές τον περιγράφουν ως ανώτερο ή υψηλόβαθμο διοικητή της Μπασίτζ στην Τεχεράνη, στοιχείο που υποδηλώνει ότι ανήκει στην κορυφή της ιεραρχίας μιας δομής που υπάγεται στους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC) και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας, επιτήρησης και καταστολής διαδηλώσεων.
Το γεγονός ότι εμφανίζεται σε δημόσιο χώρο, μετακινούμενος μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, ερμηνεύεται από αναλυτές ως ένδειξη του μεγέθους της πίεσης που δέχεται το ιρανικό σύστημα ασφαλείας μετά τα πλήγματα που έχει δεχθεί από τις ισραηλινές επιχειρήσεις και της αίσθησης ευαλωτότητας ακόμη και στα υψηλότερα κλιμάκια μιας δύναμης που μέχρι χθες παρουσιαζόταν ως άτρωτη στο εσωτερικό μέτωπο.

Οι Μπασίτζ αποτελούν μια παραστρατιωτική δύναμη εθελοντών που ιδρύθηκε το 1979 με πρωτοβουλία του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί και υπάγεται οργανικά στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, λειτουργώντας ως «δύναμη μαζικής κινητοποίησης» με πυρήνες σε γειτονιές, υπηρεσίες, σχολές και χώρους εργασίας σε όλο το Ιράν. Δεν περιορίζονται σε ρόλο εφεδρείας, αλλά συγκροτούν ένα πλέγμα επιτήρησης και ελέγχου μέσα στην κοινωνία, με παρουσία σε μπλόκα, σημεία ελέγχου, γύρω από πανεπιστήμια και σε ομάδες περιφρούρησης που εμφανίζονται όταν το καθεστώς θέλει «μάτια και χέρια» στο δρόμο, ειδικά σε περιόδους έντασης.
Σε γεωπολιτικούς όρους, περιγράφονται ως «πολλαπλασιαστής ισχύος» στο εσωτερικό μέτωπο: επιτρέπουν στην Τεχεράνη να μετατρέπει τη διάχυτη κοινωνική τριβή σε ελεγχόμενη ένταση, να σηματοδοτεί αποφασιστικότητα χωρίς να ενεργοποιεί πάντα τον πλήρη μηχανισμό του κράτους, και να εκπέμπει σήματα προς φίλους και αντιπάλους για το πόσο σκληρά είναι διατεθειμένη να επιβάλει την τάξη.
Η δράση τους έχει βρεθεί στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων: σε εκθέσεις των ΗΠΑ για το 2009, οι Μπασίτζ χαρακτηρίζονται «πρωτίστως υπεύθυνοι» για τη βία εναντίον διαδηλωτών στις κινητοποιήσεις μετά τις ιρανικές εκλογές εκείνης της χρονιάς. Στις διαδηλώσεις του Νοεμβρίου 2019 για την αύξηση της τιμής των καυσίμων, η Διεθνής Αμνηστία τεκμηρίωσε τουλάχιστον 304 νεκρούς από δυνάμεις ασφαλείας, σε ένα περιβάλλον ατιμωρησίας, με τους Μπασίτζ να περιγράφονται ως τμήμα του μηχανισμού που κινητοποιείται μαζί με άλλες δομές υπό την ομπρέλα των IRGC και της εσωτερικής ασφάλειας.
Μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί και το κύμα διαδηλώσεων του 2022, αποστολή διερεύνησης του ΟΗΕ κατέγραψε ευρύ φάσμα πρακτικών καταστολής – από υπερβολική χρήση βίας και αυθαίρετες συλλήψεις, μέχρι βασανιστήρια, σeξουαλική βία και περιπτώσεις «σκόπιμης τύφλωσης» διαδηλωτών – και ευρωπαϊκά νομικά κείμενα κυρώσεων αναφέρουν ρητά ότι οι Μπασίτζ ήταν από τις δυνάμεις που διατάχθηκαν να καταστείλουν τις κινητοποιήσεις, τραυματίζοντας και σκοτώνοντας διαδηλωτές.
Η οργάνωση εμφανίζεται ονομαστικά σε λίστες κυρώσεων του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και στην ευρωπαϊκή ενοποιημένη απόφαση κυρώσεων, ως τμήμα ενός συστήματος «κρατικής τρομοκρατίας» που αξιοποιεί παραστρατιωτικά δίκτυα για να διατηρεί τον εσωτερικό έλεγχο.
Παράλληλα, αμερικανικές ανακοινώσεις κυρώσεων κάνουν λόγο για χρηματοδοτικά δίκτυα συνδεδεμένα με τους Μπασίτζ, τα οποία υποστηρίζουν στρατολόγηση, εκπαίδευση και ιδεολογική κατήχηση ανηλίκων, ακόμα και «παιδιών-στρατιωτών», υπό την καθοδήγηση των IRGC, με αναφορές σε εξαναγκασμό συμμετοχής σε μάχιμες επιχειρήσεις.
Συνολικά, οι Μπασίτζ δεν αποτελούν μια «απλή ομάδα» εθελοντών, αλλά ένα οργανωμένο, μαζικό δίκτυο κινητοποίησης, επιτήρησης και καταστολής, το οποίο είναι παρόν στην καθημερινότητα των Ιρανών και ενεργοποιείται στις κρίσιμες στιγμές, από τις διαδηλώσεις μέχρι τα επεισόδια ασφαλείας – και η σημερινή εικόνα ενός ανώτερου διοικητή τους, μεταμφιεσμένου σε γυναίκα για να σωθεί από τα drone, συμπυκνώνει όσο λίγα άλλα την αντίφαση ανάμεσα στην επίσημη ρητορική ισχύος και στην πραγματική ευαλωτότητα του καθεστώτος.












