Αποζημίωση ύψους 400.000 ευρώ σε 4 συγγενείς θυμάτων των Τεμπών
Πρώτη καταδικαστική απόφαση για το Δημόσιο

Δημοσίευση 30/3/2026 | 13:08
Για πρώτη φορά τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών επιδίκασε ποσό ύψους 400.000 ευρώ σε τέσσερις συγγενείς θύματος της τραγωδίας ως αποζημίωση από το Δημόσιο.
Σύμφωνα με τον συνήγορο της οικογένειας θύματος που σκοτώθηκε στα Τέμπη, πρόκειται για την πρώτη απόφαση που επιρρίπτει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για την τραγωδία, λόγω της κακής κατάστασης του σιδηροδρομικού δικτύου.
Ήταν η πρώτη αγωγή που κατατέθηκε για την υπόθεση και συγκεκριμένα κατατέθηκε τον Απρίλιο του 2024 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ελληνικού δημοσίου και του ΟΣΕ.
Μετά από 3 αναβολές η υπόθεση εκδικάστηκε και βγήκε στις 27 Μαρτίου επιδικάζοντας συνολικά 400 χιλιάδες ευρώ στα τέσσερα μέλη της οικογένειας που προσέφυγαν (ήτοι 100 χιλιάδες σε κάθε μέλος).
Το δελτίο τύπου της οικογένειας θύματος:
«Δικαστική αναγνώριση της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για την τραγωδία των Τεμπών από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών
Στις 27-3-2026, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προέβη σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη δικαστική κρίση αναφορικά με την τραγωδία των Τεμπών, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά την ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για τις συνθήκες που οδήγησαν στο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί την πρώτη δικαστική κρίση, η οποία επιρρίπτει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για το τραγικό αυτό συμβάν, επιβεβαιώνοντας αυτό που όλοι μας είχαμε αντιληφθεί απ’ τη πρώτη στιγμή: ότι το έγκλημα των Τεμπών δεν συνιστά ένα μεμονωμένο ή ένα απλώς τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα εγκληματικών παραλείψεων και συστημικής αποτυχίας στη λειτουργία και εποπτεία του σιδηροδρομικού δικτύου.
Στο πολυσέλιδο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης επισημαίνεται ρητώς, μεταξύ άλλων, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, μολονότι γνώριζε ήδη επί μακρόν την επικίνδυνη και απολύτως ανεπαρκή κατάσταση που επικρατούσε στο σιδηρόδρομο, άσκησε πλημμελώς και αναποτελεσματικά την εποπτεία που όφειλε, συμβάλλοντας αιτιωδώς, δια της παράνομης αυτής παράλειψής του, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο μπορούσε να αποτραπεί.
Η δικαστική αυτή εξέλιξη καθιστά σαφές ότι η αναζήτηση ευθυνών δεν εξαντλείται σε επιμέρους φυσικά πρόσωπα, αλλά εκτείνεται στον ίδιο τον πυρήνα της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την περαιτέρω δικαστική διερεύνηση πραγματικών ευθυνών και απόδοσης ουσιαστικής δικαιοσύνης στα θύματα και στις οικογένειες τους».












