Σήμερα έμαθα: Το διάσημο αναψυκτικό που ξεκίνησε στην ναζιστική Γερμανία
Ένα αναψυκτικό φτιαγμένο από... αποφάγια

Από το NEWSROOM
Όταν σκεφτόμαστε τα πιο δημοφιλή, δροσερά αναψυκτικά με γεύση φρούτων στον κόσμο, το μυαλό μας πηγαίνει αυτόματα σε εικόνες ξεγνοιασιάς, καλοκαιριού και διασκέδασης. Κι όμως, πίσω από τα έντονα χρώματα και τις φυσαλίδες ενός από τα πιο διάσημα brands του πλανήτη, κρύβεται μια σκοτεινή, πολεμική ιστορία.
Η Fanta, η πασίγνωστη πορτοκαλάδα που βρίσκεται σε κάθε περίπτερο και σούπερ μάρκετ, δεν γεννήθηκε σε κάποιο αμερικανικό εργαστήριο μάρκετινγκ, αλλά στην καρδιά της ναζιστικής Γερμανίας το 1940, ως αποτέλεσμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της ανάγκης για επιβίωση.
Το εμπάργκο των Συμμάχων και το «κραχ» της Coca-Cola
Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, η Coca-Cola ήταν ήδη τεράστια επιτυχία στη Γερμανία, με δεκάδες εργοστάσια εμφιάλωσης να λειτουργούν υπό την επίβλεψη του Γερμανού διευθυντή Max Keith. Ωστόσο, η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία το 1939 και η μετέπειτα κήρυξη του πολέμου άλλαξαν τα πάντα. Οι Σύμμαχοι επέβαλαν άμεσα ένα αυστηρό εμπορικό εμπάργκο στη ναζιστική Γερμανία, γεγονός που σήμαινε ότι η επικοινωνία με τα κεντρικά γραφεία στην Ατλάντα κόπηκε οριστικά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το γερμανικό παράρτημα ήταν ότι ξέμεινε εντελώς από το περιβόητο, μυστικό σιρόπι (το "Merchandise 7X") που απαιτούνταν για την παραγωγή της Coca-Cola. Με τις πρώτες ύλες να εξαντλούνται και τα εργοστάσια να κινδυνεύουν με άμεσο λουκέτο, ο Max Keith συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να δράσει γρήγορα. Αντί να παραδοθεί στην κρίση, αποφάσισε να εφεύρει ένα ολοκαίνουργιο αναψυκτικό, βασιζόμενος αποκλειστικά σε ό,τι ήταν διαθέσιμο στο εσωτερικό της αποκλεισμένης χώρας.
Ένα αναψυκτικό φτιαγμένο από... αποφάγια
Η συνταγή της πρώτης, ιστορικής Fanta δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή φρουτώδη γεύση της. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα προϊόν που δημιουργήθηκε από τα «αποφάγια» και τα υπολείμματα άλλων βιομηχανιών τροφίμων. Οι τεχνικοί της εταιρείας χρησιμοποίησαν ορό γάλακτος (ένα υποπροϊόν που περίσσευε από την παραγωγή τυριού) και υπολείμματα φυτικών ινών, κυρίως πολτό μήλων που έμενε στις πρέσες μετά την παραγωγή μηλίτη.
Αυτό το περίεργο, κιτρινωπό μείγμα γλυκάθηκε αρχικά με ζαχαρότευτλα και απέκτησε μια μοναδική γεύση που έγινε αμέσως ανάρπαστη. Όσο για το όνομα; Ο Keith ζήτησε από τους υπαλλήλους του να αφήσουν τη «φαντασία» τους (Fantasie στα γερμανικά) να καλπάσει για να βρουν έναν ελκυστικό τίτλο. Ένας από τους πωλητές, ο Joe Knipp, φώναξε αμέσως «Fanta!» και η ιστορία γράφτηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Από το μαγείρεμα του πολέμου στην παγκόσμια κυριαρχία
Η Fanta γνώρισε τρομακτική επιτυχία στη ναζιστική Γερμανία, αλλά όχι μόνο ως δροσιστικό ποτό. Επειδή η ζάχαρη ήταν εξαιρετικά σπάνια και μοιραζόταν με το δελτίο λόγω του πολέμου, οι Γερμανίδες νοικοκυρές αγόραζαν μαζικά μπουκάλια Fanta για να τη χρησιμοποιήσουν ως γλυκαντικό στο μαγείρεμα, στη ζαχαροπλαστική, ακόμα και για να δώσουν γεύση στις σούπες τους. Μέχρι το 1943, η εταιρεία πουλούσε εκατομμύρια κασόνια ετησίως, κρατώντας τις γερμανικές υποδομές της Coca-Cola ζωντανές και κερδοφόρες καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Όταν ο πόλεμος έληξε το 1945, η μητρική εταιρεία στην Αμερική ανέκτησε τον έλεγχο του γερμανικού παραρτήματος, παρέλαβε τα τεράστια κέρδη από τις πωλήσεις της Fanta και αποφάσισε να σταματήσει προσωρινά την παραγωγή της.
Ωστόσο, τη δεκαετία του 1950, όταν η αντίπαλη Pepsi άρχισε να λανσάρει νέα προϊόντα, η Coca-Cola ανέσυρε τη Fanta από το συρτάρι, άλλαξε τη συνταγή προσθέτοντας πορτοκάλι και τη μετέτρεψε στο παγκόσμιο φαινόμενο που ξέρουμε σήμερα, αποδεικνύοντας ότι η ανάγκη της επιβίωσης σε περιόδους κρίσης μπορεί να γεννήσει ιδέες με αντοχή στον χρόνο.












