Αγωγή: Οι Έλισον έταξαν στον Τραμπ χρήματα και απολύσεις στο CNN για να εγκριθεί η εξαγορά της Warner
Μέτοχος της Paramount ζητά να μπλοκαριστεί η εξαγορά της Warner Bros. Discovery, υποστηρίζοντας ότι οι Ντέιβιντ και Λάρι Έλισον πρόσφεραν στον Τραμπ ιδιωτικά οφέλη και αλλαγές στο CNN

Από το NEWSROOM
Δημοσίευση 16/7/2026 | 13:31
Μια αγωγή μετόχου της Paramount Skydance φέρνει ξανά στο κέντρο της αμερικανικής πολιτικής και μιντιακής σύγκρουσης τη γιγαντιαία συμφωνία για την εξαγορά της Warner Bros. Discovery, ύψους 111 δισ. δολαρίων.
Ο μέτοχος Πολ Ρόμπινς προσέφυγε στο Delaware Chancery Court, ζητώντας να ανασταλεί η συμφωνία και διεκδικώντας αποζημιώσεις, το ύψος των οποίων δεν έχει προσδιοριστεί. Στην αγωγή του στρέφεται κατά του επικεφαλής της Paramount Skydance, Ντέιβιντ Έλισον, του πατέρα του Λάρι Έλισον, καθώς και μελών του διοικητικού συμβουλίου, υποστηρίζοντας ότι παραβίασαν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους μετόχους προκειμένου να εξασφαλίσουν την έγκριση της κυβέρνησης Τραμπ για την εξαγορά της Warner Bros. Discovery.
Κατά την αγωγή, οι Έλισον φέρονται να υποσχέθηκαν στον Ντόναλντ Τραμπ «παράνομα ιδιωτικά οφέλη», ώστε να ξεπεραστούν τα ομοσπονδιακά ρυθμιστικά εμπόδια που θα μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο στη συμφωνία. Μεταξύ των ισχυρισμών περιλαμβάνονται πιθανός διακανονισμός των νομικών διεκδικήσεων του Τραμπ κατά του CNN, αλλά και δεσμεύσεις ότι, μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς, θα απομακρυνθούν παρουσιαστές του δικτύου που ο Αμερικανός πρόεδρος δεν επιθυμεί. Ο ίδιος ο Τραμπ δεν περιλαμβάνεται στους εναγόμενους.
Η Paramount απορρίπτει κατηγορηματικά τις καταγγελίες. Εκπρόσωπος της εταιρείας δήλωσε ότι η αγωγή επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που έχουν ήδη διατυπωθεί και απαντηθεί, προσθέτοντας πως ούτε ο Ντέιβιντ ούτε ο Λάρι Έλισον έχουν αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση απέναντι σε κυβερνητικές ή ομοσπονδιακές αρχές σχετικά με το μέλλον του CNN ή άλλου ειδησεογραφικού οργανισμού, πέρα από τη δέσμευση για «δημοσιογραφία βασισμένη στην αλήθεια».
Η υπόθεση, πάντως, ξεπερνά τα όρια μιας ακόμη εταιρικής διαμάχης γύρω από μια μεγάλη συμφωνία του Χόλιγουντ. Στην πραγματικότητα, αγγίζει το ζήτημα του ελέγχου ορισμένων από τα ισχυρότερα μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το CBS και την Paramount+ μέχρι το CNN, το HBO Max και το κινηματογραφικό στούντιο της Warner Bros.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η αγωγή, μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας Paramount–Skydance τον Αύγουστο του 2025, οι Έλισον «άρχισαν να αναδιαμορφώνουν το CBS σύμφωνα με τις προτιμήσεις του προέδρου», αποκτώντας παράλληλα ακίνητα που συνδέονταν με τον Τραμπ και διοργανώνοντας εκδηλώσεις προς τιμήν του. Κατά τον ενάγοντα, οι κινήσεις αυτές ενδέχεται να εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα των Έλισον, όχι όμως και εκείνα της Paramount.
Το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του ρόλου του Λάρι Έλισον. Ο συνιδρυτής της Oracle και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο υπήρξε βασικός χρηματοδότης της συμφωνίας για την Paramount Global και στηρίζει και την εξαγορά της Warner Bros. Discovery. Η αγωγή παρουσιάζει τη συγκεκριμένη κίνηση όχι μόνο ως μια επιχειρηματική επέκταση, αλλά ως πιθανή ανταλλαγή πολιτικής εύνοιας με αντάλλαγμα αυξημένη επιρροή στα μέσα ενημέρωσης.
Η συμφωνία έχει ήδη λάβει το «πράσινο φως» από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, χωρίς να ζητηθούν αποεπενδύσεις ή άλλοι περιορισμοί από την Paramount Skydance. Όπως αναφέρεται, η τελική έγκριση δόθηκε από ανώτερα στελέχη του υπουργείου, παρά τις αντιρρήσεις υπηρεσιακών παραγόντων που φέρονταν να εισηγούνταν δικαστική προσφυγή κατά της συμφωνίας.
Η αγωγή εγείρει ακόμη ερωτήματα σχετικά με τη συμμετοχή ξένων επενδυτών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η συμφωνία εξετάζεται από την Επιτροπή Ξένων Επενδύσεων των ΗΠΑ, παρότι η Paramount έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση ύψους 24 δισ. δολαρίων από κρατικά επενδυτικά ταμεία της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η εταιρεία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένοι επενδυτές δεν θα διαθέτουν δικαίωμα ψήφου ούτε εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο και συνεπώς δεν απαιτείται σχετικός έλεγχος.
Η νέα προσφυγή κατατέθηκε μόλις μία ημέρα μετά την αγωγή που κατέθεσαν δώδεκα γενικοί εισαγγελείς πολιτειών που ελέγχονται από τους Δημοκρατικούς, ζητώντας επίσης να μπλοκαριστεί η συμφωνία για λόγους ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τις πολιτείες, η συγχώνευση θα οδηγήσει σε υπερβολική συγκέντρωση ισχύος στην αγορά των κινηματογραφικών αιθουσών και της καλωδιακής τηλεόρασης. Αντίθετη εμφανίζεται και η Writers Guild of America, η οποία προειδοποιεί ότι η συμφωνία θα περιορίσει τις αμοιβές και τις επαγγελματικές ευκαιρίες των σεναριογράφων.
Για τον λόγο αυτό, η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μια διαμάχη μεταξύ μετόχων. Για πολλούς αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο στη μάχη για τον έλεγχο, την επιρροή και τον πολιτικό προσανατολισμό των μεγαλύτερων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης. Αν η εξαγορά ολοκληρωθεί, θα φέρει κάτω από την ίδια εταιρική στέγη δύο από τα τελευταία μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο του Χόλιγουντ και θα ενώσει το CBS με το CNN, σε μια περίοδο κατά την οποία τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων.
Το δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί των ισχυρισμών της αγωγής. Ωστόσο, η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που ξεπερνά τα όρια της Paramount και της Warner Bros. Discovery: όταν οι δισεκατομμυριούχοι αποκτούν τον έλεγχο στούντιο, τηλεοπτικών δικτύων και ειδησεογραφικών οργανισμών, αποκτούν απλώς περιουσιακά στοιχεία ή και μεγαλύτερη πολιτική επιρροή;












