Στράτος Τζώρτζογλου: «Η μάνα μου με συνέλαβε στα 14 και έκοψε τις φλέβες της, γνώρισα τον πατέρα μου όταν βγήκε από τη φυλακή»
Ο ηθοποιός περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνελήφθη εντός ορφανοτροφείου και τις αναμνήσεις από την αποφυλάκιση του πατέρα του

Δημοσίευση 4/8/2026 | 18:54
Ο Στράτος Τζώρτζογλου αποκάλυψε τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η σύλληψή του, εξηγώντας πως η μητέρα του βρισκόταν σε ίδρυμα όταν έμεινε έγκυος, ένα γεγονός που ο ίδιος έμαθε χρόνια αργότερα κατά τη διάρκεια ιατρικού τεστ.
Όπως ανέφερε ο ηθοποιός σχετικά με τη στιγμή της αποκάλυψης και την αντίδραση της μητέρας του:
«Από αυτό που άκουσε από το τεστ που έκανε μου λέει “Μπορείς να ρωτήσεις τη μαμά σου εάν όταν σε γεννούσε ήταν μέσα σε φυλακή”. Της λέω “Κυρία Ευαγγελοπούλου δε γίνεται αυτό που μου λέτε γιατί η μητέρα μου με συνέλαβε στα 14 και με γέννησε στα 15. Πότε να μπει φυλακή”; Μου λέει “Πήγαινε και ρώτα την”. Πάω και ρωτάω τη μαμά μου “Στη γέννα που ήσουνα”; Μου είπε ψέματα πάλι. Της λέω “Δεν ήσουν μέσα σε φυλακή σε ορφανοτροφείο;” και μου λέει παγωμένη “Ποιος σου το είπε”. Της εξήγησα και μετά ήρθε κάναμε ηχητικό απογαλακτισμό μου διάβασε ένα παραμύθι στο οποίο εγώ άκουγα την ιδανική φωνή που πρέπει να ακούει το έμβρυο από τη μαμά».
Συνεχίζοντας την περιγραφή για την κατάσταση της υγείας του και τα ευρήματα της εξέτασης, ο Στράτος Τζώρτζογλου σημείωσε:
«Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα μου ανέφερε “Κύριε Τζώρτζογλου δεν είστε δυσλεκτικός, είστε ‘δυσλεκτικαρα’. Απορώ πώς έχετε επιβιώσει”! Ευτυχώς παίζετε θέατρο αλλιώς θα ήσασταν σε κάποιο τρελοκομείο».
Αναφερόμενος στα γεγονότα που προηγήθηκαν της γέννησής του, ο Στράτος Τζώρτζογλου εξήγησε στον Γιάννη Βίτσα και την Espresso τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς του συναντήθηκαν και τις ακραίες αντιδράσεις της μητέρας του:
«Η μητέρα μου όταν ήταν δεκατεσσάρων επειδή ο παππούς μου είχε επτά στόματα να θρέψει -είχαν φύγει από την Κεφαλονιά, γιατί είχε πεθάνει η γιαγιά μου η Κατερίνα- δεν είχε λεφτά και την έβαλε σε ένα ορφανοτροφείο. Σ’ αυτό το ορφανοτροφείο κάποια στιγμή αρρώστησε. Πηγαίνει σε ένα νοσοκομείο και εκεί συνάντησε τον πατέρα μου, ο οποίος είχε μία γκόμενα που μόλις είχε χάσει το παιδί τους που κυοφορούσε. Γίνονται φίλοι και επί ένα μήνα ο πατέρας μου πηγαίνει έξω από τα κάγκελα του ορφανοτροφείου. Κάποια στιγμή της λέει “Πηδάς τα κάγκελα; Θα σε πάω βόλτα στον γύρο του θανάτου”».
Περιγράφοντας τη συνέχεια της ιστορίας των γονιών του, προσέθεσε:
«Η μάνα μου ανεβαίνει τα κάγκελα τη βοηθά ο πατέρας μου και πάνε στο Φιλοπάππου. Εκεί στο τσίρκο αφού τελείωσε ο γύρος του Θανάτου έκαναν έρωτα και με συνέλαβε. Το κατάλαβε τρεις τέσσερις μήνες μετά όταν άρχισε να φουσκώνει η κοιλιά της. Η μαμά μου ξαναμπήκε στο ορφανοτροφείο ο πατέρας μου πηγαίνει την έβλεπε. Ο παππούς μου δεν ήθελε τον πατέρα μου γιατί ήταν ναυτικός άλλα και ο Κούρκουλος της εποχής.
Ήταν δεκαεννιά χρονών. Της έλεγε “Δεν έχει να θρέψει τον εαυτό του εσένα θα θρέψει”. Η μάνα μου στην ανέλπιδη προσπάθεια της να παντρευτεί την πατέρα μου παίρνει ένα ξυραφάκι και κόβει με δώδεκα ξυραφιές τα χέρια της. Ήταν πιτσιρίκα και τρελή. Την πάντρεψαν τελικά με τον πατέρα μου. Την σώσανε ευτυχώς. Το έκανε στο ορφανοτροφείο και όχι έξω και μπόρεσαν να την σώσουν. Έτσι γεννήθηκα εγώ. Με όλα αυτά τα τραύματα και τις ξυραφιές».
Παράλληλα, ο Στράτος Τζώρτζογλου θυμήθηκε τις πρώτες εικόνες από τον πατέρα του, μετά τη φυλάκιση του τελευταίου εξαιτίας ενός επεισοδίου:
«Ο μπαμπάς μου μαχαίρωσε κάποιον για να το πούμε σε ένα καυγά για τα μάτια της μητέρας μου. Μπήκε φυλακή για ένα διάστημα. Θυμάμαι η πρώτη εικόνα που είχα από τον πατέρα μου ήταν όταν πήγαμε νομίζω στην Αίγινα ανοίγουν οι καγκελόπορτες και βγαίνει ένας τύπος θριαμβευτής λες και έχει πάρει Όσκαρ. Βγαίνει με ένα χαμόγελο “Ζορμπάς” ο πατέρας μου και μου λέει η μάνα μου στο αυτί “Αυτός είναι ο μπαμπάς σου”».
Σχετικά με τις εκδηλώσεις του πατέρα του αμέσως μετά την έξοδο από τη φυλακή, συμπλήρωσε:
«Με βάζει ο πατέρας μου σε ένα μηχανάκι που νοίκιασε την πρώτη ημέρα. Ήμουν τριών ετών. Με βάζει πίσω από τη μηχανή -πράγμα που έκανα εγώ αργότερα με τον Αλκιβιάδη. Τον έβαζα πάνω στη μηχανή ο τρελός- είχα πάρει τα κουσούρια του πατέρα μου. Έκανε σούζες σε ένα δάσος που έβλεπε στο ξέφωτο τη φυλακή. Γέλαγε έκανε σούζες με έριχνε κάτω και μου έλεγε συνεχώς “Είμαστε ελεύθεροι”».












