Η τραγική ιστορία της 26χρονης ποδοσφαιρίστριας: Πνίγηκε στη Θέουτα την ίδια μέρα που εγκρίθηκε η βίζα της
Η 26χρονη αγωνιζόταν στο μαροκινό πρωτάθλημα με τη Moghreb Atlético Tetuán και ονειρευόταν καριέρα στην Ευρώπη, όταν έχασε τη ζωή της στη μαζική απόπειρα διέλευσης προς τον ισπανικό θύλακα.

Δημοσίευση 13/8/2026 | 08:47
Η Φατέν Μπεν Ομάρ Ελ Αζίζι, 26χρονη ποδοσφαιρίστρια από το Μαρόκο, πνίγηκε προσπαθώντας να φτάσει κολυμπώντας στη Θέουτα, την ίδια ημέρα που η μητέρα της πληροφορήθηκε πως η βίζα της για την Ισπανία είχε εγκριθεί.
Μια τραγική ειρωνεία κρύβεται πίσω από τον θάνατο της 26χρονης Φατέν Μπεν Ομάρ Ελ Αζίζι, Μαροκινής ποδοσφαιρίστριας που πνίγηκε επιχειρώντας να φτάσει κολυμπώντας στη Θέουτα. Την ίδια ημέρα, η μητέρα της δέχθηκε ένα τηλεφώνημα που θα μπορούσε να είχε αλλάξει τη ζωή της κόρης της: η βίζα της για την Ισπανία είχε μόλις εγκριθεί.
Η Ελ Αζίζι ήταν μεταξύ των τουλάχιστον 141 ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στη μαζική προσπάθεια εισόδου στον ισπανικό θύλακα της βόρειας Αφρικής τον περασμένο μήνα. Τα περισσότερα θύματα, που είτε πνίγηκαν είτε καταπλακώθηκαν στα χερσαία σύνορα, πιστεύεται ότι ήταν κάτω των 35 ετών.
Το όνειρο της Φατέν Μπεν Ομάρ Ελ Αζίζι για καριέρα στο ποδόσφαιρο
Για τη Φατέν, το ποδόσφαιρο ήταν κάτι περισσότερο από ένα άθλημα — ήταν η ελπίδα της για μια καλύτερη ζωή. Η νεαρή κοπέλα αγωνιζόταν για χρόνια στο περιφερειακό πρωτάθλημα του Μαρόκου με την Moghreb Atlético Tetuán, ομάδα της οποίας η εμφάνιση παραπέμπει στα χρώματα της Ατλέτικο Μαδρίτης. Ζούσε στην πόλη Τετουάν, στο βόρειο Μαρόκο, μαζί με τη μητέρα της και την υπόλοιπη οικογένειά της.
Ο προπονητής της περιέγραψε στην Guardian πόσο αγαπούσε τις προπονήσεις η 26χρονη: κάθε Τρίτη στο γήπεδο και κάθε Πέμπτη στην παραλία. Το ποδόσφαιρο, ωστόσο, δεν μπορούσε να της εξασφαλίσει τα προς το ζην. Όταν η ομάδα της κέρδιζε, η Φατέν λάμβανε περίπου 260 ντιρχάμ, δηλαδή περίπου 25 ευρώ, ενώ στις ήττες δεν πληρωνόταν καθόλου. Με αυτά τα χρήματα ήταν αδύνατον να βοηθήσει ουσιαστικά τη μητέρα της, τα δύο αδέλφια της και άλλους συγγενείς, καθώς ο πατέρας της είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν μόλις 12 ετών.
Παράλληλα με το ποδόσφαιρο, η κοπέλα εργαζόταν στο παλαιότερο νεκροταφείο της Τετουάν. Καθάριζε τάφους και πουλούσε στους πενθούντες ματσάκια από βασιλικό που συνδέεται με την ευλογία στις μουσουλμανικές ταφικές παραδόσεις. «Ονειρευόταν να φτάσει στην Ευρώπη μέσω του ποδοσφαίρου», λέει στο βρετανικό μέσο η μητέρα της, Τζαμίλα.
Ανεργία των νέων στο Μαρόκο και Μουντιάλ 2030
Η ιστορία της Φατέν αποτυπώνει το αδιέξοδο που βιώνει ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας του Μαρόκου. Οι θάνατοι στη Θέουτα σημειώθηκαν λιγότερο από έναν χρόνο μετά το κύμα νεανικών διαδηλώσεων που σάρωσε τη χώρα, στις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις από την Αραβική Άνοιξη του 2011. Οι διαδηλωτές κατήγγειλαν τη χρόνια υποχρηματοδότηση της Υγείας και της Παιδείας, την ώρα που τεράστια ποσά διοχετεύονται στην κατασκευή και αναβάθμιση σταδίων ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2030, το οποίο το Μαρόκο θα συνδιοργανώσει με την Ισπανία και την Πορτογαλία.
Για τη χώρα, το Μουντιάλ αποτελεί σύμβολο εθνικής φιλοδοξίας, έχει όμως εντείνει τη συζήτηση για τις προτεραιότητες των δημόσιων δαπανών. Σχεδόν το 40% των νέων ηλικίας 15 έως 24 ετών ήταν άνεργοι στο Μαρόκο την περασμένη χρονιά, ενώ ακόμη και για όσους βρίσκουν δουλειά οι αποδοχές παραμένουν χαμηλές. Ο κατώτατος μεικτός μισθός στον μη αγροτικό ιδιωτικό τομέα βρίσκεται περίπου στα 316 ευρώ τον μήνα. «Όπως η Φατέν, πολλοί φίλοι μου κι εγώ δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά στη χώρα μας. Είναι δύσκολο να χτίσεις ένα μέλλον εδώ», λέει ο 20χρονος Σίμο, ο οποίος επέστρεψε πρόσφατα στο Μαρόκο μετά τη μαζική απόπειρα διέλευσης προς τη Θέουτα.
Το τηλεφώνημα για τη βίζα και ο θάνατος στη Θέουτα
Η Τζαμίλα γνώριζε ότι η κόρη της ήθελε να προπονηθεί περισσότερο και να εξελιχθεί ως ποδοσφαιρίστρια, ωστόσο η οικογένεια δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τη βοηθήσει. Το πρωί της 30ής Ιουλίου, η μητέρα της 26χρονης δέχθηκε ένα τηλεφώνημα. Ο άνθρωπος στην άλλη άκρη της γραμμής ζήτησε να μιλήσει στη Φατέν. «Είμαι η μητέρα της», του απάντησε. Τότε ένας υπάλληλος την ενημέρωσε ότι η ισπανική βίζα της κόρης της είχε εγκριθεί και ότι η Φατέν έπρεπε να μεταβεί στο προξενείο στην Ταγγέρη, έχοντας μαζί της την ταυτότητά της, προκειμένου να την παραλάβει.
Η Τζαμίλα δεν γνώριζε καν ότι η κόρη της είχε υποβάλει αίτηση για βίζα, ούτε μπορεί να εξηγήσει γιατί, έχοντας ήδη καταθέσει την αίτηση, αποφάσισε ξαφνικά να διακινδυνεύσει τη ζωή της για να φτάσει στη Θέουτα. Αυτό που πιστεύει είναι πως η Φατέν είχε κάνει την αίτηση με ανεπίσημο τρόπο και δεν περίμενε ότι θα εγκρινόταν. Μέχρι σήμερα δεν γνωρίζει ούτε τι είδους βίζα ήταν ούτε πού ακριβώς σχεδίαζε να ταξιδέψει η κόρη της. Τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τον θάνατό της, πάντως, είχε παρατηρήσει μια αλλαγή στη συμπεριφορά της — η Φατέν είχε γίνει ασυνήθιστα σιωπηλή, θλιμμένη και απόμακρη.
Η αγωνία της μητέρας για τα άλλα δύο παιδιά της
Όταν η 26χρονη εξαφανίστηκε, η οικογένειά της την αναζητούσε όλη τη νύχτα. Κάποια στιγμή ένας νεαρός άνδρας εμφανίστηκε στο σπίτι και ρώτησε αν η Φατέν φορούσε φόρμα. Τους είπε ότι είχε χτυπήσει στο κεφάλι κατά τη διάρκεια της προσπάθειας να περάσει στη Θέουτα. Η μητέρα της δεν βρήκε τη δύναμη να μπει στον χώρο όπου φυλάσσονταν οι σοροί των θυμάτων. «Δεν ήθελα αυτή η εικόνα να χαραχτεί στη μνήμη μου», λέει. Τελικά, ήταν η αδελφή της Τζαμίλα εκείνη που μπήκε για να αναγνωρίσει τη σορό της Φατέν.
Η αγωνία, όμως, αυτής της Μαροκινής μητέρας συνεχίζεται. Αφού πληροφορήθηκε το τραγικό τέλος της Φατέν, ανακάλυψε ότι είχαν φύγει και τα άλλα δύο παιδιά της. Ο μεγαλύτερος γιος της κατάφερε να φτάσει στη Θέουτα και επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά. Για τη μόλις 14 ετών κόρη της, ωστόσο, η Τζαμίλα εξακολουθεί να περιμένει νέα, καθώς πιστεύεται ότι και εκείνη κατάφερε να περάσει στον ισπανικό θύλακα. «Τώρα είμαι μόνη, χωρίς τα παιδιά μου», λέει στην Guardian.












