«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Τι πραγματικά συμβαίνει με τον περιβόητο πηγαίο κώδικα του θόλου προστασίας πάνω από τη χώρα μας
Η κατηγορηματική απάντηση του υψηλόβαθμού Ισραηλινού αξιωματούχου, οι δημόσιες δεσμεύσεις Δένδια και η διευκρίνιση του Ισραήλ

Δημοσίευση 7/9/2026 | 14:20
Μία ολιγόλογη απάντηση του επικεφαλής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, Μοσέ Πατέλ, ήταν αρκετή για να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση γύρω από την επικείμενη δημιουργία του τεράστιου αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και αντι-drone θόλου προστασίας πάνω από τη χώρα μας, αξίας άνω των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα φέρει την εύγλωττη ονομασία «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Ειδικότερα, μιλώντας χθες στην εφημερίδα «Καθημερινή», ο Ισραηλινός αξιωματούχος ρωτήθηκε εάν η Ελλάδα θα έχει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα που σχετίζεται με τις δυνατότητες Διοίκησης και Ελέγχου του πολύπλοκαμου αυτού συστήματος προστασίας. Η απάντησή του ήταν αρνητική.
Όπως είπε επί λέξει: «Όχι, επειδή ο «πηγαίος κώδικας» (source code) δεν περιλαμβανόταν στην άδεια χρήσης της συμφωνίας. Ωστόσο, είμαστε εκεί για να παρέχουμε υποστήριξη και συντήρηση, καθώς και κάθε είδους βοήθεια και ό,τι άλλο χρειαστεί στο μέλλον». Η συγκεκριμένη δήλωση φάνηκε να έρχεται σε ευθεία αντίθεση με όσα είχε υποστηρίξει δημόσια ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα κομβική προϋπόθεση για την επιχειρησιακή αυτονομία της χώρας.
Η τοποθέτηση του Μοσέ Πατέλ προφανώς και δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη καθώς ο ίδιος συγκαταλέγεται στους βασικούς αρχιτέκτονες της «Ασπίδας του Αχιλλέα», είχε κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις με την ελληνική πλευρά και ήταν μεταξύ των αξιωματούχων που παρέστησαν στην υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας στο Τελ Αβίβ, στις 31 Αυγούστου. Η πρώτη εικόνα που δημιουργήθηκε ήταν ότι η Αθήνα είχε τελικά αποδεχθεί διαφορετικούς όρους από εκείνους που είχε περιγράψει ο Νίκος Δένδιας πριν ολοκληρωθεί η συμφωνία. Ακολούθησε νεότερη ενημέρωση από το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας, σύμφωνα με την οποία προβλέπονται μεταφορά τεχνογνωσίας προς την Ελλάδα και «από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις».
Η διευκρίνιση αυτή περιγράφει ένα ευρύ πλαίσιο τεχνολογικής συνεργασίας, χωρίς να αναφέρει ρητά ότι η Ελλάδα θα παραλάβει τον πηγαίο κώδικα του συστήματος Διοίκησης και Ελέγχου. Από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κανένα ζήτημα σε σχέση με όσα έχουν συμφωνηθεί ανάμεσα στην Αθήνα και στο Τελ Αβίβ και παραπέμπουν στη νεότερη ενημέρωση του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας που αναφέρει πως η συμφωνία προβλέπει μεταφορά τεχνογνωσίας προς την Ελλάδα και «από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις». Η συνεργασία αυτή θα επεκταθεί και στις ελληνικές επιχειρήσεις που θα συμμετάσχουν στη συμπαραγωγή των οπλικών συστημάτων.
Η διευκρίνιση επιβεβαιώνει λοιπόν ότι το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνεργασία στο πεδίο του λογισμικού, της τεχνολογίας και της παραγωγής. Δεν περιέχει, όμως, ρητή αναφορά σε παράδοση του πηγαίου κώδικα του Command & Control ούτε προσδιορίζει τα δικαιώματα που θα έχει η ελληνική πλευρά ως προς την τροποποίηση και την ανεξάρτητη εξέλιξή του. Άλλο είναι η χρήση ενός λογισμικού, άλλο η τεχνική υποστήριξή του και άλλο η πρόσβαση στον κώδικα με δικαίωμα παρέμβασης.
Ο πηγαίος κώδικας είναι το σύνολο των εντολών με τις οποίες οι προγραμματιστές δημιουργούν ένα λογισμικό. Καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο το πρόγραμμα επεξεργάζεται τα δεδομένα, εκτελεί τις λειτουργίες του και αντιδρά σε διαφορετικές συνθήκες. Στην περίπτωση ενός αμυντικού συστήματος, ο κώδικας βρίσκεται πίσω από πολλές κρίσιμες λειτουργίες, από τη σύνδεση των αισθητήρων έως την αξιολόγηση μιας απειλής και τη διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών.
Δεν πρόκειται για έναν απλό κωδικό πρόσβασης ούτε για το εγχειρίδιο χρήσης του συστήματος. Μια χώρα μπορεί να χρησιμοποιεί κανονικά ένα λογισμικό μέσω της άδειας που έχει λάβει, χωρίς να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο έχει κατασκευαστεί ή να μπορεί να επέμβει στις βασικές λειτουργίες του. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάθε ουσιαστική αλλαγή, αναβάθμιση ή σύνδεση με ένα νέο οπλικό σύστημα μπορεί να απαιτεί τη συνδρομή του ξένου κατασκευαστή. Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα μπορεί, ανάλογα με τους ακριβείς όρους της συμφωνίας, να επιτρέψει στην ελληνική πλευρά να προσαρμόζει το λογισμικό στις δικές της επιχειρησιακές ανάγκες, να ενσωματώνει νέους αισθητήρες και όπλα, να διορθώνει προβλήματα ασφαλείας και να εξελίσσει το σύστημα χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από την εταιρεία ή τη χώρα που το ανέπτυξε.
Να σημειωθεί ότι η κατοχή του κώδικα από μόνη της δεν εξασφαλίζει πλήρη αυτονομία. Απαιτούνται επίσης τα ανάλογα δικαιώματα τροποποίησης, η τεχνική τεκμηρίωση, τα κατάλληλα εργαλεία ανάπτυξης και εξειδικευμένο προσωπικό που θα μπορεί να κατανοήσει και να εξελίξει το λογισμικό. Παραμένει, ωστόσο, βασική προϋπόθεση όταν ο αγοραστής θέλει να έχει ουσιαστικό έλεγχο στην αρχιτεκτονική ενός τόσο κρίσιμου συστήματος.
Ο Νίκος Δένδιας είχε τοποθετηθεί με απόλυτη σαφήνεια για το συγκεκριμένο θέμα στις 23 Ιουλίου, κατά την ενημέρωση των διαπιστευμένων συντακτών του υπουργείου Εθνικής Άμυνας που ακολούθησε τη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Απαντώντας σε ερώτηση για τον πηγαίο κώδικα του Command & Control, δήλωσε ότι υπάρχει πάγια εντολή οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να μην αποκτούν συστήματα χωρίς να έχουν πρόσβαση σε αυτόν. Άφησε μόνο μια γενική επιφύλαξη για απολύτως εξειδικευμένες περιπτώσεις, χωρίς να αναφέρει ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα μπορούσε να αποτελεί μια τέτοια εξαίρεση.
«Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποκτούν και δεν θα αποκτήσουν σύστημα πέραν απολύτως εξειδικευμένων περιπτώσεων, που δεν γνωρίζω αυτή τη στιγμή αλλά πρέπει σε αυτό τον τομέα να αφήνουμε πάντοτε μια ειδική επιφύλαξη, στον οποίον δεν θα έχουμε τον πηγαίο κώδικα. Ιδίως για “command and control” είναι απολύτως στοιχείο κομβικό για την εθνική ύπαρξη, όχι για την εθνική κυριαρχία», είχε δηλώσει. Είχε μάλιστα εξηγήσει αμέσως μετά τι θα σήμαινε πρακτικά η έλλειψη πρόσβασης: «Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι να χειρίζονται οι Ένοπλες Δυνάμεις ένα σύστημα με τις δυνατότητες “C5 ISRT”, τις οποίες σας περιέγραψα προηγουμένως, χωρίς να έχουν τον πηγαίο κώδικα, δηλαδή χωρίς να μπορούν να παρέμβουν στην αρχιτεκτονική και στην εξέλιξη του συστήματος, ήτοι να είναι “όμηροι” οποιασδήποτε και της φιλικότερης και συμμαχικότερης των ξένων χωρών, είναι παντελώς αδύνατο». Η τοποθέτησή του έκλεισε με μια ακόμη κατηγορηματική φράση: «Άρα, οτιδήποτε αποκτάται από τη χώρα, εάν δεν σας δώσω άλλη ενημέρωση, έχουμε τον πηγαίο του κώδικα».
Στο ζήτημα επανήλθε στις 30 Αυγούστου, μία ημέρα πριν από την υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας με το Ισραήλ. Παρουσιάζοντας τη φιλοσοφία της «Ασπίδας του Αχιλλέα», ανέφερε ότι στη βάση της νέας αρχιτεκτονικής βρίσκεται ένα ενοποιημένο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου, το οποίο θα αξιολογεί τις απειλές και θα προτείνει τον βέλτιστο τρόπο αντιμετώπισής τους. Στην ίδια δήλωση υπογράμμισε ότι ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγής προς το ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα, «καθώς και στην πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των συστημάτων αυτών». Όπως είχε εξηγήσει, στόχος είναι η Ελλάδα να συμμετέχει στον σχεδιασμό, στην παραγωγή και στη μελλοντική εξέλιξη των συστημάτων που προμηθεύεται.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα περιλαμβάνει ένα εκτεταμένο δίκτυο αισθητήρων, ραντάρ, κέντρων επιχειρήσεων και οπλικών συστημάτων, τα οποία θα συνδέονται μεταξύ τους και θα λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύνολο. Σκοπός της είναι να δημιουργηθεί πάνω από την ελληνική επικράτεια ένα πολυεπίπεδο πλέγμα προστασίας απέναντι σε διαφορετικές απειλές, όπως μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραύλους κρουζ και βαλλιστικούς πυραύλους. Κάθε κατηγορία απειλής πετά σε διαφορετικό ύψος, κινείται με διαφορετική ταχύτητα και απαιτεί διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης. Για τον λόγο αυτόν, η νέα αρχιτεκτονική περιλαμβάνει συστήματα με διαφορετικές δυνατότητες και βεληνεκές, μεταξύ των οποίων τα Spyder, Barak MX και David’s Sling, καθώς και νέα ραντάρ.
Με απλά λόγια, όταν ένα ραντάρ εντοπίσει έναν άγνωστο στόχο, η πληροφορία θα πρέπει να μεταδοθεί αμέσως στο κεντρικό σύστημα. Εκεί θα συνδυαστεί με δεδομένα από άλλους αισθητήρες, ώστε να διαπιστωθεί τι είδους απειλή είναι, προς ποια κατεύθυνση κινείται, πόσο γρήγορα πλησιάζει και ποιο διαθέσιμο όπλο μπορεί να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα.
Αυτός είναι ο ρόλος του συστήματος Διοίκησης και Ελέγχου, του γνωστού Command & Control. Αποτελεί τον «εγκέφαλο» ολόκληρου του δικτύου. Συγκεντρώνει την επιχειρησιακή εικόνα, αξιολογεί και ιεραρχεί τις απειλές και προτείνει τον καταλληλότερο τρόπο αντίδρασης. Χωρίς ένα ενιαίο Command & Control, τα διαφορετικά ραντάρ και οπλικά συστήματα θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν σε σημαντικό βαθμό ως ξεχωριστές μονάδες, περιορίζοντας την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της αντίδρασης. Η φιλοσοφία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» βασίζεται ακριβώς στη διασύνδεση όλων αυτών των μέσων. Ένα ραντάρ του Στρατού Ξηράς, ένας αισθητήρας σε πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού ή ένα σύστημα επιτήρησης της Πολεμικής Αεροπορίας θα μπορούν να τροφοδοτούν την ίδια επιχειρησιακή εικόνα. Έτσι, η πληροφορία που συλλέγεται από ένα σημείο θα μπορεί να αξιοποιείται από διαφορετικές μονάδες και οπλικά συστήματα.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, η νέα αρχιτεκτονική εντάσσεται στη μεταρρύθμιση «Ατζέντα 2030» και θα καλύπτει πέντε πεδία: τη θάλασσα, τη στεριά, τον αέρα, τον κυβερνοχώρο και το διάστημα. Ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος ανέρχεται σε 3,035 δισ. ευρώ, ενώ προβλέπεται συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό άνω του 25%. Ήδη 19 ελληνικές εταιρείες συμμετέχουν στις σχετικές διαδικασίες, με το ύψος της εγχώριας συμμετοχής να υπολογίζεται σε περίπου 750 εκατ. ευρώ












