ΠΕΜΠΤΗ 15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας για οφειλές προς το Δημόσιο προϋποθέτει προηγούμενη έρευνα για άλλα περιουσιακά στοιχεία – Πότε μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός







Η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να καλύψουν τις οφειλές προς το Δημόσιο πρέπει να έχει διερευνηθεί πριν από την κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη. Με την απόφαση 1404/2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας θέτει όρια στην αναγκαστική εκτέλεση, ενώ αναγνωρίζει ότι η συγκεκριμένη παρανομία μπορεί να προβληθεί ακόμη και με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού.
Η επιλογή της μοναδικής κατοικίας ως μέσου είσπραξης χρεών προς το Δημόσιο δεν μπορεί να γίνεται χωρίς προηγούμενη, ουσιαστική έρευνα για την ύπαρξη άλλης περιουσίας του οφειλέτη. Αυτό ξεκαθαρίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας, κρίνοντας ότι η κατάσχεση της οικογενειακής στέγης είναι νόμιμη μόνο εφόσον έχει προηγουμένως διερευνηθεί και αποκλειστεί τεκμηριωμένα η δυνατότητα ικανοποίησης της δημόσιας απαίτησης από άλλα κατάλληλα περιουσιακά στοιχεία.
Η απόφαση 1404/2026 του ΣΤ΄ Τμήματος συνδέει την αναγκαστική εκτέλεση με τη συνταγματική προστασία της κατοικίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της οικογενειακής ζωής, θέτοντας στο επίκεντρο την αρχή της αναλογικότητας. Η είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ωστόσο η Διοίκηση οφείλει να αποδεικνύει ότι η επιλογή του συγκεκριμένου μέτρου ήταν απολύτως αναγκαία και ότι δεν μπορούσε να επιτύχει τον ίδιο σκοπό με ηπιότερα μέσα.
Η κρίση αφορά οφειλές που εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), όπως οι απαιτήσεις του Δημοσίου και άλλων φορέων των οποίων οι οφειλές υπάγονται στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Δεν θεσπίζεται γενική απαγόρευση κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας, αλλά συγκεκριμένη προϋπόθεση νομιμότητας για τις περιπτώσεις στις οποίες το ακίνητο αποτελεί αποδεδειγμένα τη μοναδική κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του.
Η υπόθεση της μεζονέτας και τα χρέη των 142.917 ευρώ
Αφορμή για την απόφαση αποτέλεσε η κατάσχεση ποσοστού κατοικίας στο Μοσχάτο, στο πλαίσιο διαδικασίας είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών εταιρείας προς το Δημόσιο.
Ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά είχε εντάξει σε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού μεζονέτα 162 τετραγωνικών μέτρων, αποτελούμενη από τον πρώτο και τον δεύτερο όροφο. Το ακίνητο ανήκε κατά 50% σε διευθύνοντα σύμβουλο ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας και κατά 50% στη σύζυγό του. Οι οφειλές της εταιρείας προς το Δημόσιο ανέρχονταν σε 142.917 ευρώ, ενώ η αξία του μεριδίου του διευθύνοντος συμβούλου εκτιμήθηκε στις 100.000 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε στις 80.000 ευρώ.
Ο διευθύνων σύμβουλος προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι το ποσοστό της κατοικίας που οδηγούνταν σε πλειστηριασμό αφορούσε τη μοναδική οικογενειακή του στέγη. Επικαλέστηκε τη συνταγματική υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και της κατοικίας, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, υποστηρίζοντας ότι το Δημόσιο μπορούσε να στραφεί προηγουμένως κατά άλλων περιουσιακών στοιχείων του.
Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε το πρόγραμμα πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η έκδοσή του αντίκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Το Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Οι διοικητικοί εφέτες έκριναν ότι η μεζονέτα αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του, ενώ εκείνος διέθετε και άλλη ακίνητη περιουσία σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Κατά την κρίση τους, η απαίτηση του Δημοσίου μπορούσε να ικανοποιηθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα.
Το Δημόσιο προσέφυγε στη συνέχεια στο ΣτΕ, ζητώντας την αναίρεση της εφετειακής απόφασης. Υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος της ΔΟΥ είχε ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που προβλέπει ο ΚΕΔΕ ως προς την επιλογή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, επιλέγοντας το συγκεκριμένο ακίνητο αντί άλλου περιουσιακού στοιχείου.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου.
Το συνταγματικό όριο στην επιλογή του ακινήτου
Στο σκεπτικό της απόφασης, οι σύμβουλοι Επικρατείας υπογραμμίζουν ότι η κατοικία συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής ζωής και, ως εκ τούτου, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας.
Η προστασία αυτή συνδέεται με τις συνταγματικές διατάξεις για την ανθρώπινη αξία, την οικογένεια και την αναλογικότητα. Όταν η επιδίωξη ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος οδηγεί στη στέρηση της κατοικίας, η Διοίκηση πρέπει να τεκμηριώνει ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση και ότι είχαν προηγουμένως εξαντληθεί οι δυνατότητες επίτευξης του ίδιου σκοπού με ηπιότερα μέσα.
Το Δικαστήριο διατυπώνει ρητά την προϋπόθεση για τη νομιμότητα της κατάσχεσης, επισημαίνοντας ότι «η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση».
Επομένως, η ύπαρξη άλλης περιουσίας δεν αρκεί ως γενική διαπίστωση. Απαιτείται να εξετάζεται εάν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία είναι πράγματι πρόσφορα για την ικανοποίηση της απαίτησης και να αιτιολογείται γιατί δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αντί της μοναδικής κατοικίας.
Ανακοπή ακόμη και κατά του προγράμματος πλειστηριασμού
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία και ως προς τη δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Το ΣτΕ δέχεται ότι η παράλειψη της απαιτούμενης έρευνας δεν επηρεάζει μόνο την αρχική κατασχετήρια έκθεση, αλλά και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος πλειστηριασμού.
Κατά συνέπεια, ο οφειλέτης μπορεί, υπό τις προβλεπόμενες δικονομικές προϋποθέσεις, να προβάλει για πρώτη φορά με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού ότι η μοναδική κατοικία του κατασχέθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η απαιτούμενη διερεύνηση άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Η δυνατότητα αυτή δεν καταργεί τον κανόνα ότι οι πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης προσβάλλονται κατά στάδια. Το ΣτΕ δέχεται, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη πλημμέλεια αφορά και τη νομιμότητα της μεταγενέστερης πράξης που οδηγεί στον πλειστηριασμό.
Παράλληλα, η παράταση των προθεσμιών της διαδικασίας για σπουδαίο λόγο δεν θεραπεύει την αρχική παρανομία, καθώς προϋποθέτει έγκυρη κατάσχεση.
Εφόσον γίνει δεκτή ανακοπή για τη συγκεκριμένη πλημμέλεια, το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακυρώνεται και η έκθεση κατάσχεσης καθίσταται ανενεργή.
Με την απόφαση 1404/2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποσαφηνίζει ότι η αναγκαστική είσπραξη οφειλών προς το Δημόσιο υπόκειται σε συνταγματικούς περιορισμούς όταν απειλείται η μοναδική κατοικία. Η Διοίκηση διατηρεί τη δυνατότητα να επιδιώξει την είσπραξη των απαιτήσεων, οφείλει όμως προηγουμένως να έχει εξετάσει και τεκμηριώσει εάν υπάρχουν άλλα κατάλληλα περιουσιακά στοιχεία, ώστε η οικογενειακή στέγη να μην αποτελεί την πρώτη επιλογή χωρίς αποδεδειγμένη αναγκαιότητα.
Όλες οι ειδήσεις της ημέρας από Ελλάδα και κόσμο. Πολιτική, κοινωνία, οικονομία και επικαιρότητα 24/7, με έγκυρη ενημέρωση από το e-radio.gr.
Τα θέματα που ξεχώρισε σήμερα η ομάδα του E-Daily.
TV ΣΕΙΡΕΣ
ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
STORIES
ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
BODY+MIND
ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
FOOD
ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ