Το πυρηνικό μυστήριο των Φιλιππίνων: Πώς βρέθηκαν ραδιενεργά ίχνη σε μια χώρα χωρίς πυρηνικά;
Οι Φιλιππίνες δεν διαθέτουν ούτε έναν ενεργό πυρηνικό σταθμό, ούτε κάποιο πρόγραμμα πυρηνικών εξοπλισμών

Από το NEWSROOM
Δημοσίευση 20/1/2026 | 00:06
Μια εξαιρετικά ασυνήθιστη και γεωπολιτικά ευαίσθητη ανακάλυψη έφερε στο φως η πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Επιστήμης του Πανεπιστημίου των Φιλιππίνων (UP MSI).
Οι επιστήμονες εντόπισαν αυξημένες συγκεντρώσεις ιωδίου-129 στα νερά της Θάλασσας των Δυτικών Φιλιππίνων (WPS), ένα ισότοπο που παγκοσμίως χρησιμοποιείται ως ο πλέον αδιάψευστος «μάρτυρας» πυρηνικής δραστηριότητας.
Το παράδοξο της υπόθεσης, που έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα, είναι ότι οι Φιλιππίνες δεν διαθέτουν ούτε έναν ενεργό πυρηνικό σταθμό, ούτε βέβαια κάποιο πρόγραμμα πυρηνικών εξοπλισμών. Τα ευρήματα αυτά βασίστηκαν σε μια εκτενή δειγματοληψία 119 σημείων σε ολόκληρο το αρχιπέλαγος, από το Φιλιππινέζικο Ράιζ έως τη Θάλασσα Σούλου, αποκαλύπτοντας μια «αόρατη» ρύπανση που ταξίδεψε χιλιάδες μίλια.
Η «διαδρομή» του ιωδίου: Από την Ευρώπη και την Κίνα στον Ειρηνικό
Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι τα επίπεδα του ιωδίου-129 στη συγκεκριμένη περιοχή ήταν 1,5 έως 1,7 φορές υψηλότερα από οποιοδήποτε άλλο σημείο της χώρας. Η ερευνητική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν κορυφαίοι ειδικοί από το Ινστιτούτο Πυρηνικής Έρευνας των Φιλιππίνων και το Πανεπιστήμιο του Τόκιο, κατάφερε να ιχνηλατήσει την πιθανή πηγή: την Κίτρινη Θάλασσα.
Το μυστήριο περιπλέκεται καθώς τα αποτελέσματα συνδέονται με παλαιότερες κινεζικές μελέτες, οι οποίες καταδεικνύουν έναν απίστευτο δρόμο μεταφοράς. Φαίνεται πως ραδιενεργά κατάλοιπα από εγκαταστάσεις επανεπεξεργασίας πυρηνικών καυσίμων στην Ευρώπη, καθώς και κατάλοιπα από πυρηνικές δοκιμές περασμένων δεκαετιών, απελευθερώθηκαν σε εδάφη και ποτάμια της βορειοανατολικής Κίνας, καταλήγοντας τελικά στον ωκεανό.
Ωκεάνιοι «αυτοκινητόδρομοι» και η ανάγκη για διεθνή επιτήρηση
Η μελέτη υποστηρίζει ότι το ιώδιο-129 δεν έφτασε στις Φιλιππίνες τυχαία, αλλά «ιππεύοντας» τα πανίσχυρα ωκεάνια κυκλοφοριακά συστήματα. Συγκεκριμένα, το Παράκτιο Ρεύμα της Κίτρινης Θάλασσας και το Παράκτιο Ρεύμα της Κίνας φαίνεται πως λειτούργησαν ως οι κύριοι αγωγοί που μετέφεραν το ισότοπο νότια.
Αν και απαιτείται περαιτέρω ωκεανογραφική μοντελοποίηση για να επιβεβαιωθούν με ακρίβεια οι διαδρομές, η ανακάλυψη αυτή αναδεικνύει το πόσο ευάλωτα είναι τα θαλάσσια οικοσυστήματα σε ρύπους που προέρχονται από την άλλη πλευρά του πλανήτη.
Παρά τη ραδιενεργή φύση του υλικού, οι ερευνητές εμφανίζονται καθησυχαστικοί ως προς την άμεση απειλή, τονίζοντας ότι τα τρέχοντα επίπεδα δεν εγκυμονούν κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ή την ποιότητα των αλιευμάτων προς το παρόν.
Ωστόσο, το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: η ανάγκη για ενίσχυση της διεθνούς παρακολούθησης των ραδιενεργών υλικών είναι επιτακτική. Σε έναν κόσμο όπου η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται στο προσκήνιο, η ικανότητα των ρύπων να διασχίζουν εθνικά σύνορα μέσω των θαλάσσιων ρευμάτων καθιστά την περιβαλλοντική ασφάλεια ένα ζήτημα που απαιτεί παγκόσμια συνεργασία και διαφάνεια.












