Το σνακ που έσωσε τα σινεμά: Πώς το ποπ κορν έγινε συνώνυμο της μεγάλης οθόνης
Από ιερή τροφή των αρχαίων πολιτισμών και «βρόμικο» street food, στο πιο κερδοφόρο και αγαπημένο συνοδευτικό της κινηματογραφικής εμπειρίας

Δεν υπάρχει τίποτα σαν τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ποπ κορν στο φουαγιέ του αγαπημένου σου κινηματογράφου. Είναι σχεδόν αδύνατον να δεις ταινία χωρίς αυτό. Κι όμως, το ποπ κορν δεν γεννήθηκε για το σινεμά, ούτε ήταν πάντα καλοδεχούμενο εκεί. Η ιστορία του είναι πολύ πιο παλιά, πιο παράξενη και πιο… εκρηκτική απ’ όσο φαντάζεσαι.
Από το Μεξικό πριν 10.000 χρόνια
Το καλαμπόκι καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά πριν από περίπου 10.000 χρόνια στο Μεξικό, από ένα άγριο φυτό που λεγόταν τεοσίντε. Πολύ νωρίς, οι άνθρωποι παρατήρησαν ότι κάποιοι σπόροι «έσκαγαν» στη φωτιά. Αρχαιολογικά ευρήματα από το Περού δείχνουν ότι το ποπ κορν καταναλωνόταν ήδη από το 4700 π.Χ., δηλαδή εδώ και σχεδόν 7.000 χρόνια.
Το ποπ κορν που γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από ειδική ποικιλία καλαμποκιού, με ιδιαίτερα αμυλώδες εσωτερικό, ιδανικό για τέλειο «ποπ». Η πιο διαδεδομένη ποικιλία καλλιεργείται κυρίως στις ΗΠΑ, στη λεγόμενη corn belt.
Γιατί «σκάει» το ποπ κορν;
Κάθε κόκκος έχει σκληρό περίβλημα και μέσα του νερό, λάδι και άμυλο. Όταν ζεσταίνεται, το εσωτερικό μαλακώνει, το νερό γίνεται ατμός και πιέζει. Όταν η θερμοκρασία φτάσει περίπου τους 180°C, το περίβλημα υποχωρεί και… μπαμ! Ο κόκκος εκρήγνυται σε ένα αφράτο λευκό σύννεφο. Αν η θερμοκρασία είναι λάθος, δεν σκάει ή γίνεται σκληρό και μαστιχωτό. Το τέλειο ποπ κορν θέλει ακρίβεια.
Από τον δρόμο… στο φουαγιέ
Στις αρχές του 19ου αιώνα, το ποπ κορν πωλούνταν στους δρόμους ως φτηνό σνακ. Η μεγάλη του άνοδος ήρθε στα τέλη του 1800, όταν εφευρέθηκαν οι πρώτες μηχανές ποπ κορν και εμφανίστηκαν κινητές καντίνες σε πανηγύρια, γήπεδα και θέατρα. Ήταν νόστιμο, φτηνό και εντυπωσιακό στην παρασκευή του.
Γιατί οι κινηματογράφοι το… μισούσαν

Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι κινηματογράφοι ήθελαν να μοιάζουν με όπερες: πολυτελή χαλιά, σιωπή, «υψηλή τέχνη». Το ποπ κορν θεωρούνταν λαϊκό, βρόμικο και ενοχλητικό. Οι ιδιοκτήτες το απαγόρευαν αυστηρά.
Όλα άλλαξαν με τον ομιλούντα κινηματογράφο στα τέλη της δεκαετίας του ’20. Οι ταινίες έγιναν προσιτές σε όλους, όπως και το ποπ κορν. Και μετά ήρθε η Μεγάλη Ύφεση.
Η Μεγάλη Ύφεση που το έκανε βασιλιά
Τη δεκαετία του 1930, το ποπ κορν κόστιζε μόλις 5–10 σεντς. Ήταν μια μικρή πολυτέλεια που μπορούσε να αντέξει ο κόσμος. Η μυρωδιά του έφερνε κοινό, και τα κέρδη του έσωσαν κυριολεκτικά πολλούς κινηματογράφους από το λουκέτο.
Αρχικά το πουλούσαν πλανόδιοι έξω από τις αίθουσες. Μετά μπήκε μέσα. Και από εκεί… δεν ξαναβγήκε ποτέ.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαλε το τελικό λιθαράκι: οι ελλείψεις σε ζάχαρη έκαναν τις καραμέλες σπάνιες, και το ποπ κορν έγινε το απόλυτο σνακ του σινεμά. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’40, η σχέση ήταν πια μόνιμη και άκρως κερδοφόρα.
Όχι μόνο για φαγητό
Στους αρχαίους πολιτισμούς της Αμερικής, το ποπ κορν είχε τελετουργικό χαρακτήρα. Χρησιμοποιούνταν σε γιορτές, χορούς και διακοσμήσεις. Στις ΗΠΑ, έγινε μέχρι και χριστουγεννιάτικο στολίδι: περνούσαν ποπ κορν σε κλωστή και στόλιζαν δέντρα, μια παράδοση που έφεραν Γερμανοί μετανάστες.
Δοκιμάστηκε ακόμη και ως οικολογικό υλικό συσκευασίας, αλλά τελικά… προτιμήθηκε εκεί που ανήκει.












