Πως οι ίδιες οι ΗΠΑ διέψευσαν το αφήγημα Τραμπ για την επίθεση στο Ιράν
Η «σιωπηλή» παραδοχή της διευθύντριας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών

Γράφει ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ
Η Τούλσι Γκάμπαρντ, η ισχυρή διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (DNI), προκάλεσε σεισμό στην Ουάσιγκτον παραδεχόμενη ότι η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών είχε καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που «καίει» τον Λευκό Οίκο: το Ιράν δεν είχε κάνει την παραμικρή κίνηση ανασυγκρότησης των πυρηνικών του δυνατοτήτων μετά τα συντριπτικά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ το περασμένο έτος.
Η αποκάλυψη αυτή, που ήρθε στο φως την Τετάρτη, μοιάζει να τινάζει στον αέρα την κεντρική δικαιολογία του Ντόναλντ Τραμπ για την εμπλοκή των ΗΠΑ στον τρέχοντα πόλεμο κατά της Τεχεράνης.
Ο Τραμπ και το επιτελείο του είχαν χτίσει μια ολόκληρη στρατηγική πάνω στον «πυρηνικό μπαμπούλα», υποστηρίζοντας ότι οι διπλωματικές επαφές ήταν μια μάταιη χρονοτριβή που επέτρεπε στο Ιράν να εξοπλίζεται κρυφά.
Με αυτό το πρόσχημα, εγκατέλειψαν το τραπέζι των διαπραγματεύσεων και επέλεξαν την οδό της ολοκληρωτικής στρατιωτικής δράσης. Ωστόσο, τα στοιχεία της ίδιας της Γκάμπαρντ δείχνουν ότι ο εχθρός ήταν ήδη «αφοπλισμένος» πριν καν πέσει η πρώτη βόμβα του τρέχοντος πολέμου.
Η «σιωπηλή» παραδοχή της Γκάμπαρντ
«Ως αποτέλεσμα της Επιχείρησης Midnight Hammer», ανέφερε η Γκάμπαρντ στη γραπτή της κατάθεση προς την Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας, αναφερόμενη στις αμερικανικές επιθέσεις του Ιουνίου 2025, «το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν καταστράφηκε ολοσχερώς». Η διευθύντρια της DNI ήταν κατηγορηματική: από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η Τεχεράνη δεν επέδειξε καμία ικανότητα ή πρόθεση να αναστήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Το πολιτικό θρίλερ κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της δημόσιας τηλεοπτικής κατάθεσής της, όπου η Γκάμπαρντ επέλεξε να «καταπιεί» αυτό το συγκεκριμένο απόσπασμα, παρότι υπήρχε στο γραπτό κείμενο που παραδόθηκε στους γερουσιαστές.
Όταν ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ την πίεσε να εξηγήσει αυτή την παράλειψη, η ίδια επικαλέστηκε έλλειψη χρόνου, προκαλώντας την οργισμένη απάντηση του Γουόρνερ: «Επιλέξατε να παραλείψετε τα μέρη που έρχονται σε αντίθεση με τον Τραμπ». Η Γκάμπαρντ δεν αρνήθηκε την ουσία της εκτίμησης, αφήνοντας το αφήγημα του Λευκού Οίκου έκθετο.
Το νομικό και διπλωματικό αδιέξοδο του Λευκού Οίκου
Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένος στις δικές του αντιφάσεις. Από τη μία ισχυριζόταν ότι οι επιθέσεις του Ιουνίου 2025 είχαν «εξαφανίσει» την ιρανική πυρηνική απειλή και από την άλλη παρουσίαζε την ίδια αυτή απειλή ως «άμεση και υπαρξιακή» για να δικαιολογήσει το νέο κύμα επιθέσεων.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς επιτηρητές αλλά και ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, που μεσολάβησε στις συνομιλίες, διαψεύδουν κατηγορηματικά ότι η διπλωματία είχε βρει σε τοίχο. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Βρετανός σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, Τζόναθαν Πάουελ, φέρεται να εκτίμησε ότι η στάση του Ιράν δεν δικαιολογούσε σε καμία περίπτωση τη βιασύνη για πόλεμο.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικό ή πολιτικό, αλλά βαθιά νομικό. Η έννοια της «άμεσης απειλής» είναι το μοναδικό σωσίβιο του Τραμπ απέναντι στο διεθνές δίκαιο, το οποίο απαγορεύει την επίθεση σε κυρίαρχα κράτη χωρίς αιτία αυτοάμυνας. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη: αν δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος, ο Πρόεδρος υπερέβη τις εξουσίες του, καθώς μόνο το Κογκρέσο έχει το δικαίωμα να κηρύσσει πόλεμο.
Η κυβέρνηση, βλέποντας το πυρηνικό αφήγημα να καταρρέει, επιχειρεί τώρα να μετατοπίσει τη συζήτηση στους βαλλιστικούς πυραύλους και στην ιστορική εχθρότητα από το 1979, όμως η σκιά της «κατασκευασμένης απειλής» βαραίνει πλέον επικίνδυνα τον Λευκό Οίκο.












