Η τραγική ιστορία πίσω από την «Ωραία Κοιμωμένη του Έβερεστ»
Το ιστορικό ρεκόρ που μετατράπηκε σε εφιάλτη

Από το NEWSROOM
Η ιστορία της 40χρονης Φράνσις «Φραν» Αρσέντιεφ αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές και σκοτεινές τραγωδίες στην ιστορία της ορειβασίας. Η Αμερικανίδα ορειβάτισσα κατάφερε να γράψει ιστορία κατακτώντας την ψηλότερη κορυφή του κόσμου χωρίς τη χρήση συμπληρωματικού οξυγόνου, όμως το τίμημα του κατορθώματός της ήταν η ίδια της η ζωή.
Λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή στην παγωμένη «ζώνη θανάτου», τα σπαρακτικά της λόγια προς τους ορειβάτες που αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, έμειναν χαραγμένα για πάντα στη μνήμη της παγκόσμιας ορειβατικής κοινότητας: «Μη με αφήσετε… γιατί μου το κάνετε αυτό;»
Το ιστορικό ρεκόρ που μετατράπηκε σε εφιάλτη
Τον Μάιο του 1998, η Φραν Αρσέντιεφ επιχείρησε το παράτολμο εγχείρημα μαζί με τον σύζυγο και σχοινοσύντροφό της, τον έμπειρο Ρώσο ορειβάτη Σεργκέι Αρσέντιεφ. Πριν ξεκινήσει για την τελική ανάβαση, η Φραν άφησε ένα σύντομο, τρυφερό μήνυμα στον 10χρονο γιο της, Πολ: «Γεια σου Πολ! Είμαστε στη Βάση. Μου λείπεις και σ’ αγαπώ. Φιλιά, μαμά». Αυτές έμελλε να είναι και οι τελευταίες λέξεις που θα διάβαζε ποτέ από εκείνη.
Στις 22 Μαΐου 1998, το ζευγάρι πάτησε επιτυχώς στην κορυφή. Η Φραν έγινε η πρώτη γυναίκα από τις ΗΠΑ που τα κατάφερε χωρίς φιάλες οξυγόνου. Ωστόσο, η χαρά της νίκης κράτησε ελάχιστα. Κατά τη διάρκεια της κατάβασης μέσα στη διαβόητη «ζώνη θανάτου» (πάνω από τα 7.925 μέτρα), η ακραία κόπωση και η κακή ορατότητα είχαν ως αποτέλεσμα το ζευγάρι να χωριστεί.
Ο Σεργκέι κατάφερε να φτάσει εξαντλημένος σε μια από τις χαμηλότερες κατασκηνώσεις. Όταν συνειδητοποίησε ότι η σύζυγός του έλειπε, πήρε αμέσως τη γενναία αλλά μοιραία απόφαση να γυρίσει πίσω μέσα στα μεσάνυχτα για να την αναζητήσει. Δεν εθεάθη ποτέ ξανά ζωντανός.
Μια αδύνατη διάσωση στα 8.500 μέτρα
Η Φραν, έχοντας υποστεί βαρύτατα κρυοπαγήματα και οξεία υποξία, κατέρρευσε στα 8.534 μέτρα, ανίκανη να κινηθεί. Το επόμενο πρωί, η Νοτιοαφρικανή ορειβάτισσα Κάθι Ο’Ντάουντ και ο Βρετανός σύντροφός της, Ίαν Γούνταλ, που κατευθύνονταν προς την κορυφή, σκόνταψαν πάνω στο σώμα της.
Η Φραν ήταν ακόμη ζωντανή, βγάζοντας ασυνάρτητα βογκητά. Παρά τις ακραίες συνθήκες, η Κάθι και η ομάδα της αρνήθηκαν να συνεχίσουν και έμειναν μαζί της για αρκετή ώρα, προσπαθώντας να βρουν τρόπο να τη βοηθήσουν. Μια ομάδα Ουζμπέκων ορειβατών που πέρασε από το σημείο τους ενημέρωσε ότι είχαν προσπαθήσει κι εκείνοι νωρίτερα να τη μετακινήσουν, αφήνοντάς της μια φιάλη οξυγόνου, η οποία όμως είχε πλέον αδειάσει.
Μετά από μία ώρα άκαρπων προσπαθειών σε ένα περιβάλλον όπου η παραμικρή επιπλέον προσπάθεια μπορεί να κοστίσει τη ζωή του διασώστη, πάρθηκε η πιο σκληρή απόφαση. Με τη Φραν να χάνει σταδιακά τις αισθήσεις της, η ομάδα συνειδητοποίησε ότι ήταν ανθρωπιστικά και πρακτικά αδύνατο να μεταφέρουν ένα αναίσθητο σώμα μέσα από τα απόκρημνα περάσματα. Αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω, αφήνοντάς την στην παγωμένη της μοίρα. Η Κάθι Ο’Ντάουντ συγκλονίστηκε τόσο βαθιά που ακύρωσε την αποστολή της για την κορυφή.
Η «Ωραία Κοιμωμένη» και η επιστροφή του 2007
Για σχεδόν μία δεκαετία, το σώμα της Φράνσις παρέμεινε στο ίδιο ακριβώς σημείο, δίπλα στο κεντρικό μονοπάτι της βόρειας διαδρομής. Διατηρημένη ανέπαφη από το πολικό ψύχος, η εικόνα της να κείτεται γαλήνια στο χιόνι έκανε τους ορειβάτες να της δώσουν το μακάβριο προσωνύμιο «Η Ωραία Κοιμωμένη του Έβερεστ».
Το 2007, ο Ίαν Γούνταλ, στοιχειωμένος από τις τύψεις που την άφησε πίσω, επέστρεψε στο Έβερεστ με αποκλειστικό σκοπό να της προσφέρει έναν αξιοπρεπή θάνατο, ώστε να πάψει η σορός της να αποτελεί ένα απλό «ορόσημο» για τους περαστικούς ορειβάτες. Επειδή η μεταφορά της σορού χαμηλότερα ήταν αδύνατη—καθώς τα ελικόπτερα δεν μπορούν να πετάξουν σε τέτοιο υψόμετρο—ο Γούνταλ τύλιξε το παγωμένο σώμα της Φραν με μια αμερικανική σημαία και, μετά από μια σύντομη τελετή, τη μετακίνησε προσεκτικά έξω από το μονοπάτι, ρίχνοντάς την στην απόκρημνη πλαγιά του βουνού, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα.
Τα αιώνια φαντάσματα του βουνού
Η τραγωδία της Αρσέντιεφ δεν είναι η μοναδική. Στα παγωμένα υψόμετρα του Έβερεστ υπολογίζεται ότι βρίσκονται διάσπαρτες περισσότερες από 200 σοροί ορειβατών, παγιδευμένες σε χαράδρες ή θαμμένες στον πάγο.
- «Πράσινες Μπότες» (Green Boots): Η πιο διάσημη σορός του βουνού, που ανήκει πιθανότατα στον Ινδό ορειβάτη Τσεγουάνγκ Παλτζόρ (ή στον Λανς Ναΐκ Ντόρτζε Μορούπ), ο οποίος έχασε τη ζωή του στην καταιγίδα του 1996. Το σώμα του, που πήρε το όνομά του από τα χαρακτηριστικά φωσφοριζέ υποδήματά του, παρέμεινε για χρόνια μέσα σε μια σπηλιά-πέρασμα, αποτελώντας το πιο αναγνωρίσιμο (και σοκαριστικό) σημείο αναφοράς για όσους πλησίαζαν την κορυφή.
- Μάικλ Μάθιους: Το 1999, ο 22χρονος Βρετανός (αδελφός του γνωστού τηλεοπτικού αστέρα Σπένσερ Μάθιους) έγινε ο νεότερος Βρετανός που πάτησε στην κορυφή του κόσμου. Κατά την κατάβαση, όμως, εξαφανίστηκε μέσα στη θύελλα και η σορός του δεν εντοπίστηκε ποτέ. Το 2023, η προσπάθεια της οικογένειάς του να ρίξει φως στην εξαφάνισή του αποτυπώθηκε στο καθηλωτικό ντοκιμαντέρ Finding Michael του Disney+, αναδεικνύοντας τον αδιανόητο βαθμό επικινδυνότητας που κρύβει η ανάκτηση σορών από τη «ζώνη θανάτου».












