Η σιωπηλή επανάσταση των γυναικών στην Κίνα που αλλάζουν όλους τους κανόνες της ζωής τους
Το αντίστροφο αδιέξοδο και οι νέες πιέσεις

Από το NEWSROOM
Για δεκαετίες, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αντιμετώπιζε τα σώματα και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών ως κρατική ιδιοκτησία και εργαλεία οικονομικού σχεδιασμού. Από την ίδρυση του καθεστώτος το 1949, το κράτος διαδραμάτιζε πάντα τον πρώτο ρόλο στη διαμόρφωση της γυναικείας καθημερινότητας.
Τη δεκαετία του 1950, οι βάρδιες στις κρατικές παραγωγικές μονάδες ρυθμίζονταν, σε ορισμένες περιπτώσεις, με βάση τον έμμηνο κύκλο των εργαζομένων. Αργότερα, η δυστοπική παρέμβαση κορυφώθηκε με τη βίαιη επιβολή της «πολιτικής του ενός παιδιού» από το 1980 έως το 2016.
Μια εκτεταμένη ανάλυση του Guardian φέρνει σήμερα στο φως τη βαριά, σκοτεινή κληρονομιά αυτής της περιόδου, αποκαλύπτοντας πώς οι ιστορικές πληγές του παρελθόντος τροφοδοτούν μια σύγχρονη, αθόρυβη αλλά ακλόνητη γυναικεία εξέγερση.
Η «σφαγή των αρνιών» και τα κρατικά τραύματα
Σε πολλές επαρχίες της Κίνας, η πολιτική του ενός παιδιού εφαρμόστηκε με ακραία σκληρότητα, περιλαμβάνοντας εξοντωτικά πρόστιμα, αναγκαστικές αμβλώσεις και στειρώσεις. Η επαρχία Σαντόνγκ, η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη στη χώρα, είχε τη φήμη ότι εκτελούσε τις εντολές του Πεκίνου με τυφλή βιαιότητα.
Το καλοκαίρι του 1991, στην κομητεία Σεν, εφαρμόστηκε η διαβόητη εκστρατεία «100 ημέρες χωρίς παιδιά». Επειδή το 1991 ήταν το Έτος του Προβάτου στο κινεζικό ζωδιακό ημερολόγιο, οι κάτοικοι την ονόμασαν ανεπίσημα «σφαγή των αρνιών». Για περισσότερες από τρεις μήνες, απαγορεύτηκε δια νόμου οποιαδήποτε γέννηση.
Η 60χρονη σήμερα κυρία Λι θυμάται να τη σέρνουν μαζί με άλλες εγκύους σε φορτηγά με προορισμό το νοσοκομείο για αναγκαστική έκτρωση. Η ίδια στάθηκε τυχερή μέσα στην τραγωδία της: μπήκε σε πρόωρο τοκετό και γέννησε κρυφά ένα αγόρι στο λεβητοστάσιο του νοσοκομείου πριν προλάβουν οι γιατροί να επέμβουν. Της επιβλήθηκε πρόστιμο ίσο με εισοδήματα πολλών ετών και υποβλήθηκε σε αναγκαστική στείρωση. Γύρω της, όμως, χιλιάδες έμβρυα και βρέφη δεν τα κατάφεραν. «Τα έκαιγαν και τα πετούσαν στα σκουπίδια. Όλες οι γυναίκες έκλαιγαν», αφηγείται. Για τις γυναίκες που αρνούνταν τις ενέσεις πρόκλησης τοκετού, η τιμωρία ήταν άμεση: το κράτος γκρέμιζε τα σπίτια τους και έχαναν τη δουλειά τους.
Ακόμα και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του οικογενειακού προγραμματισμού, χρόνια αργότερα, παραδέχθηκαν δημόσια το βάρος των πράξεών τους. «Κοιτάζοντας πίσω, νιώθω ότι πραγματικά απογοητεύσαμε τις γυναίκες της Κίνας. Νιώθω ένα βαθύ αίσθημα ενοχής», είχε δηλώσει ο συνταξιούχος αξιωματούχος Ζανγκ Έρλι σε ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης, το οποίο —διόλου τυχαία— αφαιρέθηκε γρήγορα από τις δημόσιες πλατφόρμες.
Το αντίστροφο αδιέξοδο και οι νέες πιέσεις
Σήμερα, η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με τις γεροντικές ρυτίδες των ίδιων της των επιλογών. Η χώρα βιώνει ένα πρωτοφανές δημογραφικό κραχ, με το ποσοστό γεννήσεων να υποχωρεί στο ιστορικό χαμηλό των 5,63 ανά 1.000 κατοίκους.
Πανικόβλητο μπροστά στην οικονομική και κοινωνική γήρανση του πληθυσμού, το Πεκίνο άλλαξε ρητορική. Πλέον προσφέρει επιδοτήσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις και ασκεί έντονες, έμμεσες κοινωνικές πιέσεις στις γυναίκες ώστε να παντρευτούν νωρίς και να αφιερώσουν τη ζωή τους στην τεκνοποίηση.
Όμως, το πείραμα του ολοκληρωτικού ελέγχου άφησε μια ανεπανόρθωτη παρενέργεια: άλλαξε ριζικά το DNA της κινεζικής οικογένειας. Μια ολόκληρη γενιά γυναικών που μεγάλωσαν ως μοναχοπαίδια εξαιτίας του νόμου, αναθεώρησαν πλήρως την ανάγκη για μεγάλες οικογένειες. Σε μια σύγχρονη Κίνα, όπου το κόστος διαβίωσης και ο εργασιακός ανταγωνισμός είναι εξοντωτικά, οι οικονομικές ελαφρύνσεις του κράτους μοιάζουν με σταγόνα στον ωκεανό.
Η απόρριψη της υποχρεωτικής μητρότητας
Η μεγαλύτερη ανατροπή, ωστόσο, είναι πνευματική. Οι νεαρές Κινέζες δεν τρομάζουν πλέον από τις κυβερνητικές νουθεσίες και αρνούνται να αντιμετωπίζουν τη μήτρα τους ως εθνικό εργαλείο. Διεκδικούν την αυτονομία τους με έναν τρόπο που οι μητέρες και οι γιαγιές τους δεν μπορούσαν ούτε να διανοηθούν.
«Πρώτα θέλω να είμαι οικονομικά ανεξάρτητη. Δεν θέλω ιδιαίτερα να κάνω παιδιά», δηλώνει η 26χρονη Γουάνγκ Γιξουάν, αποτυπώνοντας το κλίμα της εποχής. Οι γυναίκες στην Κίνα έχουν πλέον μεγαλύτερο έλεγχο στο σώμα τους, μορφώνονται, εργάζονται και επιλέγουν συνειδητά την εργένικη ζωή ή την ατεκνία.
Τα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν το μέγεθος αυτής της κοινωνικής μεταστροφής: πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι σχεδόν το 50% των γυναικών ηλικίας 18 έως 24 ετών δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν θέλει να αποκτήσει παιδιά. Για να γίνει αντιληπτή η σύγκρουση με την παράδοση, το αντίστοιχο ποσοστό το 2012 βρισκόταν μόλις στο 6%.
Η πολιτική του ενός παιδιού δίδαξε στις γυναίκες της Κίνας ότι τα αναπαραγωγικά τους δικαιώματα βρίσκονταν πάντα υπό διαπραγμάτευση με την εξουσία. Σήμερα, η νέα γενιά απαντά με το πιο ισχυρό όπλο που διαθέτει: τη σιωπηλή άρνηση. Αλλάζοντας τους κανόνες της δικής τους ζωής, οι γυναίκες της Κίνας στερούν από το αυταρχικό κράτος το μέλλον του, αποδεικνύοντας ότι η προσωπική ελευθερία δεν μπορεί να προγραμματιστεί από κανένα κυβερνητικό διάταγμα.












