Τι απέγινε το λεοντόψαρο – Ο θαλάσσιος εισβολέας που τελικά έγινε μεζές
Η απρόσμενη λύση που δοκιμάζουν οι ειδικοί

Γράφει η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΟΥ
Πριν ο λαγοκέφαλος βρεθεί στο επίκεντρο της συζήτησης, ένας άλλος εντυπωσιακός εισβολέας είχε προκαλέσει συναγερμό στις ελληνικές θάλασσες. Το λεοντόψαρο, με τις χαρακτηριστικές ρίγες και τα μεγάλα πτερύγια, δεν εξαφανίστηκε. Εξακολουθεί να εξαπλώνεται στη Μεσόγειο, αλλά πλέον επιστήμονες, ψαράδες και εστιάτορες προσπαθούν να το μετατρέψουν από απειλή σε εμπορεύσιμο αλίευμα.
Το είδος προέρχεται από τον Ινδοειρηνικό και εισήλθε στην ανατολική Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Η παρουσία του στην Ελλάδα έχει καταγραφεί επιστημονικά εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, ενώ τα θερμότερα νερά διευκολύνουν τη βόρεια εξάπλωσή του. Είναι ιδιαίτερα επιθετικός θηρευτής, τρέφεται με ψάρια και καρκινοειδή και, επειδή διαθέτει ελάχιστους φυσικούς εχθρούς στις νέες περιοχές, μπορεί να πιέσει σημαντικά τα τοπικά οικοσυστήματα.
Σε αντίθεση με τον λαγοκέφαλο, το λεοντόψαρο είναι βρώσιμο. Το δηλητήριο βρίσκεται στα αγκάθια των πτερυγίων του και όχι στη σάρκα. Αφού αφαιρεθούν με ασφάλεια, το ψάρι μπορεί να μαγειρευτεί και να σερβιριστεί. Πρόσφατη έρευνα του ΕΛΚΕΘΕ έδειξε ότι το φιλέτο του είναι πλούσιο σε πρωτεΐνη, χαμηλό σε λιπαρά και περιέχει ωφέλιμα λιπαρά οξέα.
Στην Κύπρο έχει ήδη ενταχθεί σε μενού ψαροταβερνών, ενώ ευρωπαϊκά προγράμματα οργανώνουν στοχευμένες αλιεύσεις και προωθούν την κατανάλωσή του. Η λογική είναι απλή: όσο αυξάνεται η ζήτηση, τόσο περισσότεροι επαγγελματίες έχουν κίνητρο να το απομακρύνουν από τη θάλασσα.
Η λύση αυτή, πάντως, δεν εξαλείφει την εισβολή. Οι οργανωμένες απομακρύνσεις μειώνουν προσωρινά τους πληθυσμούς σε συγκεκριμένες περιοχές, αλλά πρέπει να επαναλαμβάνονται. Και το καθάρισμα χρειάζεται να γίνεται μόνο από έμπειρους επαγγελματίες, καθώς ένα τσίμπημα από τα αγκάθια είναι εξαιρετικά επώδυνο και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αντίδραση.












