Κυψέλη: «Πανικοβλήθηκα, την έβαλα στη βαλίτσα και την έδωσα σε έναν γέρο»
Να αποποιηθεί την ευθύνη για τη στυγερή δολοφονία της 38χρονης Βρετανίδας εθελόντριας, Ελίζαμπεθ Ρος, προσπαθεί ο 26χρονος Αφγανός κατηγορούμενος

Δημοσίευση 5/8/2026 | 13:47
Να αποποιηθεί την ευθύνη για τη στυγερή δολοφονία της 38χρονης Βρετανίδας εθελόντριας, Ελίζαμπεθ Ρος, προσπαθεί ο 26χρονος Αφγανός κατηγορούμενος. Αρνούμενος οποιαδήποτε εμπλοκή στη δολοφονία της, ισχυρίζεται ότι απλώς τη βρήκε νεκρή και ότι όσα έκανε στην πορεία, ήταν λόγω… πανικού.
Ο 26χρονος οδηγήθηκε το πρωί της Τετάρτης στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων. Εκεί ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να απολογηθεί αύριο, Πέμπτη 6 Αυγούστου. Ωστόσο, η υπερασπιστική του γραμμή θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα κινηθεί ακριβώς στα ίδια μονοπάτια με την αρχική, προανακριτική του κατάθεση προς τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., την οποία έδωσε το περασμένο Σάββατο.
«Τη βρήκα νεκρή στο μπάνιο»
Στην κατάθεσή του, ο κατηγορούμενος επικαλείται αρχικά το θρησκευτικό και φιλανθρωπικό του υπόβαθρο, καθώς και την οικογένειά του, για να πείσει για την αθωότητά του. Όπως υποστηρίζει, η 38χρονη φιλοξενούνταν σε ένα διαμέρισμα που παραχωρούσε η οργάνωσή τους για την ανακούφιση ευάλωτων ατόμων.
«Δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν. Θέλω να με καταλάβετε και να με πιστέψετε. Ήμουν απλώς σε πανικό», αναφέρει στην αρχή της κατάθεσής του. «Από την αγάπη για την οικογένειά μου πήρα τη δύναμη να σας πω την αλήθεια. Εγώ και η γυναίκα μου είμαστε Ευαγγελικοί Χριστιανοί και παράλληλα κάνουμε εθελοντισμό και φιλανθρωπικές δράσεις».
Όσον αφορά τη μοιραία νύχτα της 15ης Ιουλίου, ο 26χρονος περιγράφει πως επισκέφθηκε το σπίτι όπου έμενε η άτυχη γυναίκα και βρέθηκε αντιμέτωπος με το πτώμα της. «Όταν άναψα τα φώτα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο, παρατήρησα ότι η Λίσα ήταν πεσμένη στο πάτωμα του μπάνιου και έβγαζε κάτι σαν νερό από το στόμα της. Της μίλησα δυο τρεις φορές αλλά αυτή δεν απαντούσε. Πάγωσα. Μου κόπηκαν τα πόδια».
Ο μυστηριώδης ηλικιωμένος και η βαλίτσα της φρίκης
Το πλέον αδύναμο και αμφιλεγόμενο σημείο του αφηγήματός του εστιάζει στην εμφάνιση ενός «μυστηριώδους ηλικιωμένου», τον οποίο ισχυρίζεται πως συνάντησε τυχαία έξω από το σπίτι, αμέσως μετά την ανεύρεση του πτώματος. «Μέσα στον πανικό μου έφυγα αμέσως από το σπίτι και σταμάτησα έναν γέρο που βρήκα μπροστά μου σε μια στάση λεωφορείου και τον ρώτησα τι κάνω αν έχω ένα άτομο νεκρό μέσα στο σπίτι μου. Αυτός μου είπε ότι δούλευε με νοσοκομεία και ξέρει από αυτά και αυτό που πρέπει να κάνω είναι να το απομακρύνω από το σπίτι μου αλλιώς θα μπλέξω. Έκατσα και σκέφτηκα αυτά που μου είπε για κάποιες ώρες».
Στη συνέχεια της κατάθεσής του, ο Αφγανός περιγράφει πώς ακολούθησε τη συμβουλή του άγνωστου άνδρα. «Έτσι την επόμενη μέρα εκεί προς το βράδυ, μέσα στον πανικό μου και φοβούμενος μην μπλέξω γιατί έχω και ένα μικρό παιδί, τον άκουσα (τον ηλικιωμένο) και γύρισα πίσω στο σπίτι. Η Λίσα ήταν εκεί. Ήλπιζα ότι θα ήταν ζωντανή και δεν θα την έβρισκα πάλι στην ίδια κατάσταση. Έτσι αποφάσισα να κάνω αυτό που μου είπε ο γέρος. Πήρα μια μαύρη βαλίτσα που βρήκα μέσα στο σπίτι και έβαλα μέσα την Λίσα. Πήρα την βαλίτσα και την έβαλα στο πορτ μπαγκάζ του κόκκινου Peugeot, που προηγουμένως είχα παρκάρει έξω από το σπίτι που σας λέω. Αυτό το αυτοκίνητο είναι της γυναίκας μου. Ξεκίνησα λοιπόν με το Peugeot, έφτασα κοντά στο σπίτι μου και το πάρκαρα. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο, έβγαλα την βαλίτσα από το πορτ μπαγκαζ και πήγα με τα πόδια σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από τον Πανελλήνιο. Εκεί βρήκα τον γέρο που σας είπα που μου έδωσε τις συμβουλές. Αυτός μου είπε να του αφήσω την βαλίτσα και θα το αναλάβει αυτός. Βέβαια αυτός μου ζήτησε χρήματα ως αντάλλαγμα. Του εξήγησα ότι εκείνη την στιγμή δεν έχω και ότι θα έβρισκα και θα του έδινα».
«Ο γέρος με εκβίασε» ισχυρίζεται ο Αφγανός
Για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι χρησιμοποίησε το κινητό του θύματος αλλά και την τραπεζική της κάρτα για να τραβήξει χρήματα, ο κατηγορούμενος εμπλέκει ξανά στο αφήγημά του τον ηλικιωμένο άνδρα, τον οποίο πλέον παρουσιάζει ως εκβιαστή.
«Σκέφτηκα ότι χρήματα θα βρω από τις κάρτες της Λίσα. Αφού άφησα την βαλίτσα στον γέρο δεν ξανασχολήθηκα με αυτό το θέμα. Ταράχτηκα πολύ με όλο αυτό που έγινε. Την επόμενη μέρα είπα στην γυναίκα μου ότι είχα ανάγκη να ξεφύγω, χωρίς όμως να της πω κάτι σχετικό με τη Λίσα και της πρότεινα να πάμε στην Αράχοβα εκδρομή. (…) Εκεί καθίσαμε ένα βράδυ και επιστρέψαμε την επόμενη μέρα στην Αθήνα. Κάτι άλλο που ξέχασα να σας πω είναι ότι πέραν από τις κάρτες της Λίσα πήρα και το κινητό της. Από αυτό έστειλα κάποια μηνύματα σε κοντινούς της ανθρώπους για να καθησυχαστούν ότι είναι καλά. Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν. Δεν σκεφτόμουν καθαρά. Όσα λεφτά έβγαλα από τις κάρτες της Λίσα τα έδωσα στον γέρο γιατί με εκβίαζε ότι θα τα πει όλα στην αστυνομία. Αυτόν τον γέρο απ’ όσο ξέρω τον λένε Νίκο και συχνάζει εκεί που άφησα την βαλίτσα. (…) Το κινητό και τις κάρτες της Λίσα τις πέταξα σε έναν κάδο».
Η Ελληνική Αστυνομία, πάντως, στέκεται με απόλυτη δυσπιστία απέναντι σε αυτούς τους ισχυρισμούς. Οι αξιωματικοί του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής εκτιμούν πως ο περίφημος «ηλικιωμένος» δεν υπήρξε ποτέ και αποτελεί απλώς ένα τέχνασμα του 26χρονου στην προσπάθειά του να μετακυλήσει τις ευθύνες του και να αποφύγει την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.












