Ο Τραμπ καταργεί τα όρια εκπομπών σε μονάδες άνθρακα και φυσικού αερίου
Αυτό σημαίνει πως οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής δεν θα υποχρεώνονται πλέον να περιορίζουν τη ρύπανση που συμβάλλει στην υπερθέρμανση του πλανήτη

Δημοσίευση 14/9/2026 | 14:07
Η κυβέρνηση Τραμπ, μέσω της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος (EPA), σχεδιάζει να καταργήσει τα όρια εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής άνθρακα και φυσικού αερίου, ολοκληρώνοντας την αποδόμηση κλιματικών πολιτικών Μπάιντεν και Ομπάμα.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) σχεδιάζει να καταργήσει τα όρια στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που καίνε άνθρακα και φυσικό αέριο, ολοκληρώνοντας την αποδόμηση ορισμένων από τις σημαντικότερες κλιματικές πολιτικές των κυβερνήσεων Μπάιντεν (Biden) και Ομπάμα (Obama).
Η αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος (EPA) αναμένεται να ανακοινώσει την αλλαγή τη Δευτέρα, σύμφωνα με δύο ανθρώπους που γνωρίζουν το σχέδιο και μίλησαν στους New York Times υπό τον όρο της ανωνυμίας.
Εάν η απόφαση αντέξει στις δικαστικές προσφυγές που θεωρούνται βέβαιες, δεν θα καταργήσει μόνο τους σημερινούς περιορισμούς. Θα μπορούσε επίσης να δυσκολέψει μελλοντικές κυβερνήσεις να επιβάλουν ξανά όρια στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου από τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.
Ο συγκεκριμένος τομέας αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή αερίων του θερμοκηπίου στις ΗΠΑ. Οι εκπομπές συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα, παγιδεύουν θερμότητα και συμβάλλουν στην άνοδο της θερμοκρασίας και στην ενίσχυση ακραίων καιρικών φαινομένων.
Ο επικεφαλής της EPA, Λι Ζέλντιν (Lee Zeldin), αναμένεται να παρουσιάσει την αλλαγή σε συνάντηση υπουργών Ενέργειας της G20 στο Χιούστον. Η υπηρεσία δεν είχε σχολιάσει μέχρι αργά την Κυριακή το δημοσίευμα.
Η κίνηση αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην προσπάθεια του Τραμπ να ξηλώσει τους ομοσπονδιακούς κανόνες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει την κλιματική αλλαγή «απάτη», έχει επιδιώξει στη δεύτερη θητεία του να διευκολύνει την παραγωγή και χρήση ορυκτών καυσίμων, ιδιαίτερα για την ηλεκτροδότηση των ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων που τροφοδοτούν την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Νωρίτερα φέτος, η EPA κατάργησε τα όρια στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τα αυτοκίνητα και χαλάρωσε περιορισμούς σε χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε κλιματιστικά και ψυγεία. Ακόμη σημαντικότερα, ακύρωσε το επιστημονικό πόρισμα πάνω στο οποίο στηριζόταν η νομική της εξουσία να θεσπίζει κανόνες για την κλιματική ρύπανση.
Τι αλλάζει για τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής
Οι κανόνες που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση Μπάιντεν το 2024 αφορούσαν τόσο τις υφιστάμενες μονάδες άνθρακα όσο και νέες μονάδες φυσικού αερίου. Οι εταιρείες μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να εγκαταστήσουν τεχνολογία δέσμευσης του διοξειδίου του άνθρακα πριν αυτό φτάσει στην ατμόσφαιρα ή να στραφούν σε καθαρότερα καύσιμα, όπως το υδρογόνο.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν υπολόγιζε ότι οι κανόνες αυτοί δεν θα περιόριζαν μόνο τις εκπομπές που θερμαίνουν τον πλανήτη, αλλά και άλλους ρύπους, όπως τα αιωρούμενα σωματίδια. Σύμφωνα με τις τότε εκτιμήσεις, τα οφέλη για τη δημόσια υγεία θα έφταναν τα 120 δισ. δολάρια έως το 2047.
Μόνο για το 2035, η EPA είχε υπολογίσει ότι οι περιορισμοί θα μπορούσαν να αποτρέψουν έως και 1.200 πρόωρους θανάτους, εκατοντάδες εισαγωγές σε νοσοκομεία και εκατοντάδες χιλιάδες κρίσεις άσθματος.
Η σημερινή EPA έχει αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί τέτοιους κανόνες. Δεν συνυπολογίζει πλέον τα οφέλη για τη δημόσια υγεία όταν εξετάζει το κόστος και το όφελος των περιορισμών στην ατμοσφαιρική ρύπανση, αλλά εστιάζει κυρίως στο κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις.
Η βιομηχανία άνθρακα είχε αντιδράσει έντονα στους κανόνες της εποχής Μπάιντεν, υποστηρίζοντας ότι ήταν υπερβολικά κοστοβόροι και πρακτικά ανεφάρμοστοι. Εκπρόσωποί της προειδοποιούσαν ότι πολλές μονάδες θα έκλειναν αντί να επενδύσουν δισεκατομμύρια σε νέα συστήματα περιορισμού των εκπομπών.
Ο άνθρακας, πάντως, υποχωρεί εδώ και δεκαετίες στις ΗΠΑ και για οικονομικούς λόγους. Το 1990 παρήγαγε πάνω από το μισό ηλεκτρικό ρεύμα της χώρας. Το 2025 το ποσοστό του είχε πέσει περίπου στο 17%.
Ο άνθρακας υποχωρεί, το φυσικό αέριο ανεβαίνει
Πολλές ανθρακικές μονάδες είναι πλέον άνω των 40 ετών και έχουν ήδη προγραμματίσει να κλείσουν. Από το 2010 έχουν σταματήσει να λειτουργούν 330 μονάδες, ενώ άλλες 60 έχουν ανακοινώσει ότι θα κλείσουν έως το 2031.
Την ίδια ώρα, όμως, οι εταιρείες ηλεκτρισμού επενδύουν ξανά μαζικά στο φυσικό αέριο, καθώς αυξάνεται η ζήτηση από τα κέντρα δεδομένων της τεχνητής νοημοσύνης. Μόνο πέρυσι κατασκευάστηκαν πάνω από 20 νέες μονάδες φυσικού αερίου στις ΗΠΑ.
Παρά την κατάργηση των ορίων για τα αέρια του θερμοκηπίου, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής θα εξακολουθούν να υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς για ρύπους όπως ο υδράργυρος και το αρσενικό. Η EPA, ωστόσο, έχει ήδη χαλαρώσει και τους κανόνες για τις εκπομπές υδραργύρου.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις και ειδικοί στην ενέργεια προειδοποιούν ότι η απόφαση θα έχει πολύ μεγάλες συνέπειες. Όπως επισημαίνουν, αν ο αμερικανικός τομέας ηλεκτροπαραγωγής ήταν ξεχωριστή χώρα, θα ήταν ο πέμπτος μεγαλύτερος ρυπαντής του κλίματος στον κόσμο, πίσω από την Κίνα, τις ΗΠΑ συνολικά, την Ινδία και τη Ρωσία.
Πώς η μάχη για τις εκπομπές μεταφέρεται στα δικαστήρια
Η εφαρμογή του σχεδίου, πάντως, αναμένεται να κριθεί και στα δικαστήρια. Πολιτείες που ελέγχονται από τους Δημοκρατικούς και περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν ήδη προαναγγείλει προσφυγές, ενώ νομικοί θεωρούν ότι η νέα πολιτική της EPA έχει αδύνατα σημεία.
Η αρμοδιότητα της υπηρεσίας να περιορίζει τις εκπομπές από την ηλεκτροπαραγωγή αποτελεί αντικείμενο δικαστικών συγκρούσεων εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Το 2016, το Ανώτατο Δικαστήριο μπλόκαρε το Clean Power Plan του Ομπάμα, το βασικό σχέδιό του για τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τις μονάδες άνθρακα.
Έξι χρόνια αργότερα, το ίδιο δικαστήριο έκρινε ότι η EPA μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στις εκπομπές των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιεί αυτή την εξουσία για να επιβάλει σε εθνικό επίπεδο τη σταδιακή εγκατάλειψη του άνθρακα.
Η απόφαση του 2022 άφησε στην υπηρεσία τη δυνατότητα να ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας επιμέρους μονάδων. Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί τώρα να περιορίσει ακόμη περισσότερο αυτό το πεδίο, σε μια κίνηση που θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο τη σημερινή πολιτική για το κλίμα, αλλά και τις επιλογές μελλοντικών κυβερνήσεων.
Ο άνθρακας παραμένει το πιο ρυπογόνο από τα ορυκτά καύσιμα. Η καύση του απελευθερώνει περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου και περισσότερους ατμοσφαιρικούς ρύπους από κάθε άλλη βασική πηγή ενέργειας.
Παράλληλα, η υποχώρησή του στις ΗΠΑ δεν οφείλεται μόνο στους περιβαλλοντικούς κανόνες. Οι νέες μονάδες άνθρακα είναι ακριβότερες στην κατασκευή και τη λειτουργία από τις μονάδες φυσικού αερίου, αλλά και από ανανεώσιμες πηγές όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια.
Η χαλάρωση των ομοσπονδιακών περιορισμών δεν σημαίνει επομένως ότι ο άνθρακας θα επιστρέψει αυτόματα στα επίπεδα του παρελθόντος. Αλλά αφαιρεί ένα ακόμη εμπόδιο για τις εταιρείες που εξακολουθούν να λειτουργούν παλιές μονάδες ή επιδιώκουν να παρατείνουν τη ζωή τους, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ δίνει σαφώς μεγαλύτερο βάρος στο κόστος για τη βιομηχανία από ό,τι στα οφέλη για το κλίμα και τη δημόσια υγεία.
Με πληροφορίες από New York Times












