Το τελευταίο χειροκρότημα στον Μιχάλη Μόσιο: Ο σπουδαίος ηθοποιός που χάρισε το γέλιο σε μια ολόκληρη γενιά
Η γέννηση ενός αυθεντικού λαϊκού ήρωα

Από το NEWSROOM
Ένα συγκινητικό ρέκβιεμ γράφτηκε για τον Μιχάλη Μόσιο, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών. Για τα εκατομμύρια των Ελλήνων που μεγάλωσαν στα '80s και τα '90s, το πρόσωπό του ήταν η επιτομή της λαϊκής, αυθόρμητης σάτιρας, καθώς ο εμβληματικός του ρόλος ως «Ταμτάκος» σάρωνε τις ενοικιάσεις στα βίντεο-κλαμπ και χάριζε στιγμές ατέλειωτης χαράς.
Πίσω όμως από αυτόν τον καλτ ήρωα, κρυβόταν μια πολυσύνθετη καλλιτεχνική προσωπικότητα με βαθιά παιδεία και μια πλούσια θεατρική διαδρομή.
Η είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή από τον γιο του, ο οποίος με ένα συγκινητικό σημείωμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποχαιρέτησε έναν άνθρωπο που, πέρα από το γέλιο που πρόσφερε απλόχερα, υπήρξε υπόδειγμα ήθους, τιμιότητας και απόλυτης αξιοπρέπειας σε όλη του τη ζωή.
Από τον Φάουστ και τον Μάκβεθ, στο βεστιάριο της «Χαρτοπαίχτρας»
Λίγοι θυμούνται ότι ο Μιχάλης Μόσιος δεν ξεκίνησε την καριέρα του ως κωμικός της σειράς. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1947, γαλουχήθηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ερμηνεύοντας ρόλους στους «Βάτραχους» του Αριστοφάνη, στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, αλλά και σε βαριά κλασικά κείμενα όπως ο «Μάκβεθ» και ο «Φάουστ». Όταν κατέβηκε στην Αθήνα, η υποκριτική του δεινότητα τον έφερε γρήγορα δίπλα σε ιερά τέρατα της υποκριτικής: από τον Δημήτρη Χορν και τη Ρένα Βλαχοπούλου, μέχρι τον Κώστας Βουτσά και τον Στάθη Ψάλτη.
Η μοίρα του, όμως, σφραγίστηκε οριστικά μια βραδιά του 1975, εντελώς τυχαία. Στην παράσταση «Η Χαρτοπαίχτρα», όπου έπαιζε τον γιο της Βλαχοπούλου, ο ηθοποιός Θέμης Μάνεσης που υποδυόταν έναν «παπατζή» δεν μπόρεσε να εμφανιστεί. Ο Μόσιος κλήθηκε να καλύψει το κενό και να κάνει τη διπλή βάρδια. Για να μην καταλάβει το κοινό την αντικατάσταση, έτρεξε στο βεστιάριο, άρπαξε μια παλιά τραγιάσκα, φόρεσε μια περούκα και αλλοίωσε τη φωνή του.
Μόλις πάτησε το χορτάρι της σκηνής, το θέατρο σείστηκε από τα γέλια. Η Βλαχοπούλου, με το αλάνθαστο θεατρικό της αισθητήριο, τον κοίταξε στα παρασκήνια και του είπε: «Αυτός ο τύπος θα γράψει ιστορία».
Η γέννηση ενός αυθεντικού λαϊκού ήρωα
Αυτός ο πρόχειρος αυτοσχεδιασμός εξελίχθηκε με σκληρή μελέτη στον «Ταμτάκο». Ο Μόσιος δούλεψε την παραμορφωμένη προφορά, το βάδισμα, τη λαϊκή φιλοσοφία του δρόμου και, όταν η τρέλα της βιντεοκασέτας κατέκλυσε την Ελλάδα, έγινε ανάρπαστος. Από «Το παιδί του σωλήνα» και τη «Γύφτικη κομπανία», μέχρι τα μεγάλα hits της εποχής όπως «Ο Ταμτάκος στο ναυτικό» και «Ο Μαραντόνα της Αγίας Βαρβάρας», ο ήρωάς του έγινε θρύλος.
Ο ίδιος είχε εξομολογηθεί μερικές φορές πως η τεράστια επιτυχία αυτού του ρόλου τον εγκλώβισε, με αποτέλεσμα οι σκηνοθέτες να μην του προτείνουν εύκολα δραματικούς ρόλους αργότερα. Ωστόσο, ο «Ταμτάκος» παρέμεινε για τον δημιουργό του μια τεράστια ευλογία: ο ρόλος που τον έκανε το πιο αναγνωρίσιμο, οικείο και αγαπητό πρόσωπο σε κάθε ελληνικό σπίτι.
Ο Μιχάλης Μόσιος πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων της ελληνικής λαϊκής κωμωδίας, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία κληρονομιά και την ανάμνηση ενός καλλιτέχνη που υπηρέτησε την τέχνη του με σεβασμό, χαρίζοντας απλόχερα αυτό που έχουμε περισσότερο ανάγκη: το χαμόγελο.












